Χρονογράφημα: Οι συγγραφείς σε σχέση με την Επανάσταση του 1821

Γράφει ο Γιάννης Τζαμπούρας*

Οι συγγραφείς σε σχέση με την Επανάσταση του 1821

Ως χρονογράφος εδώ θα αναφερθώ πολιτική ιστορία της Ελλάδας. Η μοναδική περίοδος «ευτυχίας» της Ελλάδας είναι τελικά για κάθε συγγραφέα η κλασική αρχαιότητα, περίοδος η οποία θα ανακοπεί με την καταστολή της ελευθερίας της Ελλάδας «υπό της ρωμαϊκής μεγαλειότητος». Στη σύντομη αυτή περιγραφή της ελληνικής ιστορίας διαβάζουμε ότι το μεγαλύτερο καθεστώς ανελευθερίας που γνώρισαν οι Έλληνες επί έντεκα αιώνες ήταν η «τυραννία των Ιερέων». Οι συγγραφείς ασκούν την έντονη πολεμική τους στην βυζαντινή εκκλησία, η οποία «ηθέλησε να ένωση τα εκκλησιαστικά εντάλματα με τους πολιτικούς νόμους», συντέλεσε στο σχίσμα με την Δύση και επέβαλε την δεισιδαιμονία και αμάθεια στους Έλληνες, γι’ αυτό και η Ελλάς δεν μπόρεσε βέβαια να αποφυγή τον ζυγόν των Οθωμανών ούτως προετοιμασμένη γράφοντας και για την τυραννία των Ιερέων…! Δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν διαφορετικά το καθεστώς ανελευθερίας των Ρωμαίων από αυτό της Εκκλησίας. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι συγγραφείς στα κείμενά τους δεν αναφέρονται σε «τυραννία» Βυζαντινών, αλλά σε «τυραννία» που προέρχεται από την Εκκλησία και η κριτική του δεν διαφέρει από την κριτική ενός Διαφωτιστή για τον μεσαιωνικό κόσμο. Χρησιμοποιώντας αναδρομικά ορισμένες έννοιες, θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι εκάστοτε χρονογράφοι ασφαλώς γνωρίζουν ότι υπάρχουν διαφορετικές εθνικές καταβολές στην «τυραννία Ρωμαίων και Ιερέων» που έζησαν οι Έλληνες, όμως αυτό που κυρίως τους ενδιαφέρει είναι ότι και στις δύο περιπτώσεις λειτούργησε ένα καθεστώς ανελευθερίας.

Οι συγγραφείς έχουν ήδη καταγράψει τις απόψεις τους για το καθεστώς της ανελευθερίας και έχει ήδη επίσης αναφέρουν τις αιτίες που οι λαοί χάνουν την ελευθερία τους. Επίσης συχνά ασχολούνται με την ελληνική κοινωνία της εποχής τους. Και πρώτα-πρώτα θα αναφέρονται στην κοινωνική διαστρωμάτωση του ελληνικού πληθυσμού, καθώς και στον τρόπο λειτουργίας της οθωμανικής διοίκησης, την οποία θα χαρακτηρίσουν ως ανορθολογική, εφ’ όσον η εξουσία της δεν νομιμοποιείται στη βάση κανόνων δικαίου, αλλά στηρίζεται στην αυθαίρετη βούληση.

Το θέμα όμως που κυρίως είναι οι αιτίες διατήρησης της οθωμανικής κυριαρχίας. Σ’ αυτό ακριβώς το θέμα θα επιμείνουμε και εμείς. Πρώτη και βασική αιτία «οπού αργοπορεί η απελευθέρωση της Ελλάδος είναι το αμαθές ιερατείο. Η δεύτερη αιτία είναι η απουσία αρίστων συμπολιτών, γι’ αυτό και οι τότε χρονογράφοι θα κάνουν έκκληση στους φιλογενείς και φιλελεύθερους Έλληνες της Ευρώπης, που διαθέτουν μόρφωση και πλούτο, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και να συμβάλλουν στην προετοιμασία για την εθνική αποκατάσταση, υπογραμμίζοντας ότι η ανεξαρτησία δεν μπορεί ποτέ να είναι το αποτέλεσμα βοήθειας ευρωπαϊκής δύναμης και ότι οι Έλληνες δεν θα πρέπει να ελπίζουν σε απελευθερώτριες δυνάμεις.

Σχετικά με την πρώτη αιτία της διατήρησης της οθωμανικής κυριαρχίας, δηλαδή το «αμαθές ιερατείον», θα πρέπει να τονίσουμε ότι η πολεμική των συγγραφέων εναντίον της Εκκλησίας είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική. Αυτοί σε πολλές αναφορές συνδέουν το ζήτημα της εθνικής αποκατάστασης με την παιδεία και θα θεωρήσουν υπεύθυνη την Εκκλησία για την καθυστέρηση της ανεξαρτησίας των Ελλήνων, εφ’ όσον αυτή διαπαιδαγωγεί τον λαό με κηρύγματα όπως: «… ο θεός μας έδωσεν την τυραννίαν εξ αμαρτιών μας. Και ύστερα από τέτοια ξυλολογήματα λέγουν και το ρητόν: ον αγαπά Κύριος παιδεύει…». Οι δικιμιογράφοι θα κατηγορήσουν τους εκπροσώπους της Εκκλησίας ως αμαθείς επισημαίνοντας ότι στο «λεξικόν της αμάθειας» εκλαμβάνεται «η τυραννία ως παιδεία προς το καλόν», ενώ η τυραννία «είναι μισητή και από τον θεό και από τους ανθρώπους». Γι αυτό και το σημαντικότερο πρόβλημα είναι για αυτούς η έλλειψη μόρφωσης των ιερέων, ενώ ο χριστιανισμός κάθε άλλο παρά αποκλείει την γνώση. Θα υποστηρίξουν ότι είναι υποχρέωση της Εκκλησίας να διδάξει στο ποίμνιο της το μεγαλείο των αρχαίων Ελλήνων επισημαίνοντας ότι η απόρριψη του αρχαίου παρελθόντος ξεκίνησε από την εποχή της «τυραννίας των Ιερέων», όταν «η αλήθεια με την φιλοσοφίαν εξωρίσθησαν».

Βέβαια οι συγγραφείς στα κείμενα τους δεν αναφέρονται ούτε στον αριστοτελισμό ούτε στον πλατωνισμό. Σε μια εποχή κατά την οποία το υπερβατικό πνεύμα έχει προσλάβει μια κατώτερη θέση σε σχέση με την έλλογη φυσική πραγματικότητα, δεν θα άρμοζε να επικαλούνται την πλατωνική και αριστοτελική μεταφυσική ως μέσο διαφώτισης.

Εξ άλλου οι αναφορές για την πνευματική κληρονομιά των αρχαίων έχουν έναν καθαρά ιστορικό χαρακτήρα. Πρέπει να αποδειχθεί η ιστορική συνέχεια του ελληνισμού από την αρχαιότητα στο παρόν για να δικαιολογηθεί η εθνική ιδιαιτερότητα των Ελλήνων σε σχέση με τις άλλες εθνικές οντότητες. Για να εξαλειφθεί λοιπόν η δεισιδαιμονία και η αμάθεια, που συμβάλλουν στην υποδούλωση του έθνους, υπερτονίζουν ότι είναι υποχρέωση των εκπροσώπων της Εκκλησίας «να σπουδάξουν εις τα σχολεία και να μεταχειρισθούν τον καιρόν εις την μελέτην των σοφών της εκκλησίας και εις τον ορθόν λόγον».

Στη σκέψη τους η παραπάνω πολεμική αφορά την επίσημη Εκκλησία και διόλου τον χριστιανισμό ως θρησκεία, γιατί στο κήρυγμα της χριστιανικής διδασκαλίας, όπως επισημαίνεται, οι έννοιες της ισότητας και της ελευθερίας κατέχουν ξεχωριστή θέση και επομένως η επανάσταση εναντίον του τυράννου δεν μπορεί παρά να είναι πράξη αρεστή στο θεό. Μάλιστα στην προσπάθεια τους να προσδώσουν στα καθήκοντα της Εκκλησίας αποστολή εθνική – μια εθνική αποστολή που συνδυάζεται και με τον αγώνα υπέρ του Έθνους θα γράψουν ότι είναι υποχρέωση της Εκκλησίας να διαφωτίσει τον Έλληνα τόσο για την αρχαία του καταγωγή, όσο και για το πολιτικό του μέλλον.

Οι ανώνυμοι συγγραφείς επίσης προσπαθούν να προσδώσουν στα καθήκοντα της ορθόδοξης Εκκλησίας στοιχεία εθνικά. Η ορθόδοξη Εκκλησία Κωνσταντινουπόλεως πρέπει να αναλάβει τη διαφώτιση των υπόδουλων χριστιανών, του έθνους των Ελλήνων.

Στη σκέψη επομένως των συγγραφέων η θρησκεία εκτιμάται από την ικανότητα διαμόρφωσης πολιτικής και επομένως εθνικής συνείδησης, δηλαδή από τον βαθμό ικανότητας της να μετατρέπεται σε κοινωνική πράξη. Ο τρόπος επίτευξης αυτού του ρόλου είναι η απαλλαγή της Εκκλησίας από τις δεισιδαιμονίες και η συνεργασία της με την Γνώση, όπως αυτή διαμορφώνεται από τον ορθό Λόγο.

Ο ορθός Λόγος είναι λοιπόν η προϋπόθεση για την κοινωνική πρακτική της θρησκείας. Η καταδίκη ανελεύθερων καθεστώτων και η πολιτική ισονομία ως αλήθειες του Λόγου επισφραγίζονται από τον χριστιανισμό. Εν τέλει επιφυλάσσουν στη θρησκεία απλά το ρόλο να επιβεβαιώνει τις αρχές του Διαφωτισμού, η αλήθεια της Αποκάλυψης υποτάσσεται στον ορθό Λόγο.

Για τις θέσεις του αυτές θα επικαλεστούν και «τας συμβουλάς του νέου Ιπποκράτους του φιλοσόφου Έλληνος, κυρίου Κοραή». Η δύναμη της θρησκείας να ανταποκρίνεται στις εθνικές ανάγκες των Ελλήνων είναι ένα αναπόφευκτο γεγονός, το οποίο κανένας Έλληνας Διαφωτιστής δεν θα μπορούσε να παραβλέψει. Ο εκκοσμικευμένος εθνικισμός είναι οικείος στον δυτικό κόσμο, ο οποίος ήδη έχει συγκροτηθεί σε κράτος. Εδώ, στον ελληνικό χώρο, η έννοια του έθνους δεν μπορεί να προσδιορισθεί ως η σύνθεση των ατομικών συμφερόντων, γιατί δεν μπορεί να λειτουργήσει η αντιδιαστολή του ατόμου με το κράτος. Εδώ έχουμε έναν υπόδουλο λαό που πρέπει να ορίσει τον εαυτό του ως έθνος πριν ακόμα υπάρξει ως κράτος, πρέπει να προσδιορίσει την ταυτότητα του χαράζοντας τα απαιτούμενα όρια σε σχέση με τις άλλες εθνικές οντότητες, ούτως ώστε να διεκδικήσει στη συνέχεια την αυτοτέλεια της υπόστασης του. Γι αυτό τον λόγο καθίσταται αναπόφευκτη η επίκληση της θρησκείας στον εθνικό αγώνα των Ελλήνων εναντίον των Οθωμανών. Όταν όμως προσδίδουν στη θρησκεία αυτή την πολιτική λειτουργία έχουν φροντίσει προηγουμένως να την ανανεώσουν απαλλάσσοντας την από τις δεισιδαιμονίες και στηρίζοντας την στον ορθό Λόγο.

Διαπιστώνουμε την συστηματική διάρθρωση του έργων από το ίδιο το περιεχόμενο. Δηλαδή ο ανώνυμος συγγραφέας πρώτα διαφωτίζει τον Έλληνα αναγνώστη για την λειτουργία ενός ελεύθερου πολιτικού καθεστώτος, της ομαδικής ελευθερίας, και παράλληλα προσδιορίζει τις αιτίες υποδούλωσης και ανελευθερίας. Αφού λοιπόν έχει δώσει την «Γνώση» για την ελευθερία, στη συνέχεια θα περάσει στην ελληνική κοινωνία και μόνο τότε θα αναφερθεί στις αιτίες διατήρησης της υποδούλωσης καθώς και στις προϋποθέσεις, όπως θα δούμε, της ανεξαρτησίας. Και εδώ πάλι διαπιστώνουμε ότι η γραφή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε απλώς διακρίνεται από πατριωτικό οίστρο. Ο τρόπος σύλληψης του αντικειμένου, μας δείχνει ότι οι συγγραφείς έχουν βαθιά επίγνωση αυτού.

Η «Λογική» και η «Φυσική» είναι οι κατ’ εξοχήν ανθρώπινες γνώσεις που σε συνδυασμό με την «απλή διάλεκτο» φωτίζουν το γένος και το προετοιμάζουν στον αγώνα του εναντίον του τυράννου. Οι συγγραφείς αναφέρονται σε μια παιδεία, η οποία δια της εμπειρικής μεθόδου θα παραμερίσει τις θεολογικές αναζητήσεις του ανθρώπου και θα στραφεί περισσότερο στη γνώση πάνω στα εγκόσμια. Παράλληλα αυτή η παιδεία είναι το μέσο για την ανεξαρτησία των Ελλήνων. Στη σκέψη τους επομένως η γνώση πρέπει να συνδέεται με την κοινωνική πράξη. Και η πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων, κατ’ αυτούς, έχει προχωρήσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα τελευταία χρόνια ούτως ώστε να μπορούν πλέον να οργανώσουν τον εθνικό τους αγώνα.

Οι θέσεις τους για την αναπόφευκτη και εύκολη πορεία της εθνικής ανεξαρτησίας συγκροτούν τις απόψεις τους για το ιστορικό γίγνεσθαι. Σύμφωνα με αυτούς δεν μπορεί να υπάρξει ένα πολιτισμικό σύνολο παρά μόνο με την προϋπόθεση του θανάτου του, ακριβώς γιατί είναι έργο ανθρώπινο και επομένως «ατελές». Οι διαρκείς μεταβολές στην ιστορία είναι «αναγκαίες» και σ’ αυτές πιστεύουν.

Βέβαια, φαίνεται να είναι μία αναγκαία εξακολούθηση της υπάρξεως τους παντός αυτή η παντοτινή μεταβολή και ακαταστασία όλων των ανθρωπίνων έργων, η οποία μας αποδεικνύει την ατελειότητά μας, και είναι φανερά η αιτία!

Πώς δύναται να βγει εκ του ατελούς το εντελές;

Πώς ημπορεί ο αδύνατος και περιορισμένος μας νους, να εφεύρει και να κατορθώσει πράγματα σταθερά και εντελή;

Άφευκτος, λοιπόν, είναι η ατελειότης και η ακαταστασία εις τα ανθρώπινα πράγματα..

Τούτος ο σκεπτικισμός οδηγεί τους συγγραφείς στη θέση ότι όλα τα ιστορικά σώματα «γεννώνται, αυξάνουσι, γηράζουσι και τέλος πάντων θνήσκουσι». Η αιτία επομένως της αναπόφευκτης ανεξαρτησίας των Ελλήνων είναι «το γήρας της οθωμανικής αυτοκρατορίας». Η φθορά του καθεστώτος των οθωμανών, σαν ένας βιολογικός νόμος θα χρησιμοποιηθεί από τον συγγραφέα για να αιτιολογηθεί η αναπόφευκτη ανεξαρτησία των Ελλήνων. Οι ίδιοι χαρακτηρίζοντας αυτή την αιτία ως την «πρώτη και ύστερη» θα γράψουν ότι «ούτε άλλη ημπορεί να έχει τόπον, όταν είναι αυτή».

Η απελευθέρωση του γένους στη βάση της ιστορικής αιτιότητας της άνθησης και παρακμής όλων των ιστορικών σωμάτων είναι «άφευκτος»


Γιατί όμως η ανεξαρτησία των Ελλήνων είναι και «εύκολη»; Ήδη οι συγγραφείς έχουν αναφέρει την αιτία: οι Οθωμανοί δεν επέτυχαν την «διαφθορά των ηθών», ένα στοιχείο που, όπως είδαμε, συνδέεται με τις προϋποθέσεις της πολιτικής ελευθερίας. Τώρα λοιπόν αναφέρουν τις αιτίες διατήρησης των ηθών των Ελλήνων και αυτές είναι δύο: πρώτον, οι Οθωμανοί είναι «ετερόθρησκοι» και δεύτερον, δεν έδωσαν στους Έλληνες δικαιώματα στην οθωμανική διοίκηση. Έτσι λοιπόν «…η τυραννία των οθωμανών δεν ηδυνήθη να διαφθείρη τα ήθη των κατοίκων της, οπού, ίσως, ένας μονάρχης της αυτής θρησκείας και γένους, ήθελεν κάμει…». Οι Έλληνες δεν συμμετείχαν στην οθωμανική διοίκηση, ένα άλλο γένος από αυτό των Ελλήνων διαχειριζόταν την μη νόμιμη και ανορθολογική εξουσία. Οι Έλληνες μη συμμετέχοντας στην τυραννία, η οποία είναι ο «όλεθρος του ορθώς νοείν», διατήρησαν, έστω και ανενεργά, τα στοιχεία πραγμάτωσης της πολιτικής ελευθερίας και έτσι εξασφάλισαν όρους για μια «εύκολη» κατάκτηση της εθνικής ελευθερίας. Στο σημείο αυτό, δηλαδή της αιτιολόγησης της «εύκολης» εθνικής αποκατάστασης, θα προσθέσουν κι άλλη μια αιτία: την διατήρηση της φυσιογνωμίας των Ελλήνων ως λαού από την αρχαιότητα ως το παρόν. Η ιστορική συνέχεια του ελληνικού γένους αποτελεί μια ακόμα απόδειξη για την ευκολία του εγχειρήματος της εθνικής αποκατάστασης. Για τους λόγους που δεν εφθάρησαν τα ήθη των Ελλήνων, για τους ίδιους λόγους δεν αλλοιώθηκε και ο «παλαιός χαρακτήρας» τους. Η απουσία των Ελλήνων από την διαχείριση του οθωμανικού κράτους και η διαφορετική θρησκευτική πίστη συντέλεσαν στη διατήρηση της φυσιογνωμίας τους ως λαού. Έτσι λοιπόν η διατήρηση των ηθών και του «παλαιού χαρακτήρα» των Ελλήνων είναι οι αιτίες που η εθνική ανεξαρτησία καθίσταται «εύκολη».

Ας δούμε τις θέσεις τους που αναφέρονται στις διαφορές ανάμεσα στους λαούς, διαφορές που χρησιμοποιούνται από τους ίδιους ως θεωρητική βάση αιτιολόγησης του «παλαιού χαρακτήρα». Οι διαφορές αυτές είναι: «…Η θέσις μιας επαρχίας ως προς την γηΐνην σφαίραν, το κλίμα και αϊ περιστάσεις. Η μεν πρώτη προξενεί την διαφοράν εις τα γένη, ως επί παραδείγματι ο Ρώσσος διαφέρει από τον Αφρικάνον. Η δε δευτέρα εκτελεί το αυτό από πολίτην εις πολίτην, και ούτως ο Αθηναίος διαφέρει από τον Λακεδαίμονα. Και η τρίτη, τέλος πάντων, εις την οποίαν αϊ δύο πρώται πολλά συνεισφέρουσι, αποκαταστεί μεγαλειτέραν την διαφοράν ανάμεσα εις τους ανθρώπους. Η διοίκησις, η θρησκεία, ο αριθμός των κατοίκων, τα ήθη, και τέλος πάντων η εξακολούθησις αγνώστων αιτιών, ήτοι το συμβεβηκός, συνθέτουσι ταύτην την τρίτην αιτίαν, λέγω των περιστάσεων. Όθεν και εις την διαφοράν του χαρακτήρας του καθενός έχει το μεγαλείτερον μέρος…

Η γεωγραφική θέση, το κλίμα, το είδος διακυβέρνησης, τα ήθη, ο δημογραφικός παράγοντας, η θρησκεία, το τυχαίο είναι οι αισθητοί παράγοντες της ιστορικής πορείας των λαών και οπωσδήποτε εμπειρικά διαπιστώσιμοι. Οι συγγραφείς θέτοντας με αυτό τον τρόπο τους όρους προσδιορισμού της φυσιογνωμίας κάθε λαού και αναδεικνύοντας έτσι την πολυμορφία των πολιτισμών αποκλείει οποιαδήποτε τελεολογική αντίληψη από την ιστορία. Βέβαια στα πλαίσια του Διαφωτισμού η προτεραιότητα της αισθητής πραγματικότητας θα χρησιμοποιηθεί για να αποκλεισθεί από το ιστορικό γίγνεσθαι η θεία Πρόνοια. Όμως αυτή η προσπάθεια δεν θα αποτελέσει μια ολοκληρωμένη απάντηση στη σχολαστική κοσμοθεωρία, γι’ αυτό και η οικειοποίηση της εσχατολογικής αντίληψης από τον Διαφωτισμό στη βάση των δικών του αρχών θα λύσει οριστικά το ζήτημα.

Στις απόψεις όμως των συγγραφέων για το ιστορικό γίγνεσθαι ο δρόμος θα παραμείνει κλειστός στην ιδέα της προόδου και του τελικού σκοπού, που απαιτεί την διάκριση ανάμεσα στη Φύση και την κοινωνία. Η φυσιογνωμία κάθε λαού, το γενικό πνεύμα ενός έθνους, είναι η συνισταμένη διαφόρων αιτιών, που ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με την δημιουργική βούληση, η οποία βρίσκεται στην απαρχή των γεγονότων. Τούτο το γενικό πνεύμα απορρέει από παράγοντες που συγκροτούν τις αιτιώδεις σχέσεις στις επιμέρους ανθρώπινες κοινότητες. Το ανθρώπινο γένος δηλαδή εξαρτάται από παράγοντες που το εμποδίζουν να πραγματώσει απόλυτες αξίες.

Έναντι βέβαια αυτού του απόλυτου σχετικισμού, ο οποίος θα οδηγήσει τους συγγραφείς ακόμα και το καθεστώς του Έθνους Κράτους να χαρακτηρίσουν ως «ατελές», σε ορισμένα σημεία τους θα διαβάσουμε ότι ο άνθρωπος έχει μια «κλίσιν προς το βέλτιον».

Η αιτιώδης προσέγγιση της ιστορίας, που προϋποθέτει την αποκλειστική ένταξη του ανθρώπου στον αισθητό κόσμο, διατυπώνεται με μεγαλύτερη ευκρίνεια από τον συγγραφέα όταν θα δικαιολογήσει τον «παλαιό χαρακτήρα» των Ελλήνων. Με τις ακόλουθες λοιπόν περιγραφές θα αναφερθεί οι συγγραφείς στο θέμα αυτό: «…Είναι γενικώς πεπροικισμένοι από την φύσιν μ’ εν πνεύμα γεννητικόν και ορθόν… Η αυτοϊδιότης της τροφής των και τα καθαρά αναβρυστικά νερά οπού πίουσι, τους βαστά αδιακόπως εις μιαν ευρωστίαν και δύναμιν εξαίσιον. Η ειλικρινότης και ευθύτης των είναι βέβαια αξίαι του χρυσού αιώνος. Το σέβας των προς τους γέροντας και η αγάπη των δια την δόξαν είναι ομοίαι με των Σπαρτιατών. Είναι λίαν εύστροφοι και είναι περισσότερον ριψοκίνδυνοι, παρά δειλοί… Το κλίμα της Ελλάδος και η κατά μοίρας θέσις αυτής είναι εξαίρετα. Όλη σχεδόν η Ελλάς είναι στολισμένη με λόφους και πεδιάδας θαυμάσιας, τα περισσότερα χωρία ευρίσκονται εις ύψος, η γη είναι κατά πολλά καρποφόρος, τα νερά καθαρώτατα, ο αήρ εύκρατος, όθεν και γενικώς οι Έλληνες είναι υγιείς και ευφυείς…».

Η αρτιότητα της φυσικής νομοτέλειας επιστρατεύεται για να αιτιολογηθεί ο «παλαιός χαρακτήρας» των Ελλήνων. Οι ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τους Έλληνες: ευφυία, ευστροφία, ειλικρίνεια, ευθύτητα, καθήκον, θυσία, ηρωισμός, υγεία προέρχονται από το χώμα, το νερό, τον αέρα. Αυτές οι ιδιότητες της φυλής, που ενοποιούν τους Έλληνες και διατηρούν την καθαρότητα τους, είναι φυσικές. Εδώ η Φύση λειτουργεί ως ρυθμιστική αρχή κατανόησης της ανθρώπινης ιστορίας, η Φύση είναι η αιώνια ουσία που σταθερά φυλάσσει στους Έλληνες ορισμένες ιδιότητες μέσα στη συνεχή ρευστότητα των οικονομικοκοινωνικων σχέσεων. Από τον αιώνα του Περικλή και τους Σπαρτιάτες ως τον Χριστιανισμό οι λόφοι, οι πεδιάδες, τα νερά, το κλίμα κάνουν τους Έλληνες υγιείς και ευφυείς. Η ιδιαίτερη έμφαση του γεωγραφικού παράγοντα αποδεικνύει ότι στη σκέψη του συγγραφέα όχι μόνο δεν είναι αποδεκτός ο διαχωρισμός Φύσης και κοινωνίας, αλλά επί πλέον ότι η Φύση αναδεικνύεται ως ο μεγάλος αντίπαλος της Ιστορίας. Οι ιδιότητες των Ελλήνων ως το πνεύμα του έθνους στηρίζονται σε μια αμετάβλητη αιτιότητα, στη Φύση που υποσκάπτει την κατηγορία του χρόνου σαν κάτι το διαρκές, στην αιώνια Φύση που εν τέλει υποβαθμίζει την Ιστορία.

Οι θέσεις των συγγραφέων σχετικά με τη διατήρηση του «παλαιού χαρακτήρα» των Ελλήνων σκοπό είχαν να αιτιολογήσουν την «εύκολη» κατάκτηση της ανεξαρτησίας. Οι Έλληνες διατηρώντας σταθερά τον «παλαιό χαρακτήρα» τους μπορούν και στο παρόν να επιτύχουν το αρχαίο μεγαλείο. Η επιστροφή του παρελθόντος στο παρόν μπορεί να τεκμηριωθεί μόνο αν υποταχθεί ο ιστορικός κόσμος σε μια φυσική αιτιοκρατία, μόνο αν η Ιστορία γίνει ένα μέρος της Φύσης. Με την υποταγή λοιπόν της Ιστορίας στη Φύση θα αναφερθούν στις αιτίες των διαφορών ανάμεσα στους λαούς και ουσιαστικά θα μας περιγράψει τους πολιτισμούς σαν κλειστές πολιτισμικές ενότητες. Όπως ήταν εθνική ανάγκη η αποδοχή της αιτιοκρατίας, εξ ίσου ήταν εθνική ανάγκη να αποκλεισθεί η ευθυγραμμή πρόοδος στην Ιστορία, γιατί κάτι τέτοιο θα δικαιολογούσε ως λογική την κατάκτηση των Ελλήνων από τους Οθωμανούς. Βέβαια η δράση άλογων στοιχείων υπάρχει στην Ιστορία χωρίς να αλλοιώνεται η πραγμάτωση του τελικού σκοπού, ίσως μάλιστα αθέλητα η δράση αυτή να υπηρετεί την αντικειμενική κατεύθυνση της Ιστορίας, που θα μπορούσε στην περίπτωση μας να είναι μια Ελληνική Ανατολή.

Με την ίδρυση του Ελληνικού Βασιλείου η κυκλική αντίληψη για την ιστορία θα μπορεί να παραγκωνισθεί και την θέση της πλέον να πάρει η πορεία προς μια λογική τελείωση. Η ελληνική σκέψη θα έχει τώρα κάθε λόγο να πιστεύει στην ιδέα της προόδου και σε έναν τελικό σκοπό.

Ο κάθε πολιτισμός γεννάται, ανθεί και πεθαίνει είτε για να δώσει την θέση του σε άλλον πολιτισμό, αυτή είναι η περίπτωση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, είτε και πάλι για να ξαναγεννηθεί, αυτή είναι η περίπτωση της αρχαίας Ελλάδας.

Το ιστορικό γεγονός της κατάκτησης, αυτή η νίκη της τυραννίας, δεν μπορεί να επιτρέψει στους συγγραφείς να υιοθετήσουν την ιδέα μιας ευθύγραμμης προόδου. Μόνο η θεωρία των κλειστών πολιτισμικών κύκλων μπορεί να υπηρετήσει τους εθνικούς τους στόχους. Παράλληλα είδαμε ότι αυτές τις πολιτισμικές ενότητες οι συγγραφείς τις εξάρτησαν αποκλειστικά από αισθητούς παράγοντες. Οι παράγοντες που διαμορφώνουν την ιστορία κάθε λαού είναι ουσιαστικά συνυφασμένοι με την αιτιοκρατία της Φύσης. Η Φύση όντας μεταβλητή από τόπο σε τόπο, αλλά σταθερή στο χρόνο δίνει στον συγγραφέα την δυνατότητα να υποστηρίξει τις ιστορικές μεταβολές ως ανακυκλύσεις, εδώ εξυπακούεται η μοναδικότητα της κάθε πολιτισμικής ενότητας, και ταυτόχρονα να «αποδείξει» την σταθερή συνέχεια, την ομοιομορφία και κανονικότητα στα χαρακτηριστικά των Ελλήνων. Έτσι λοιπόν την ιστορική συνέχεια του ελληνικού γένους από την αρχαιότητα ως το παρόν είδαμε ότι δεν την κατέγραψαν στη βάση ενός εξελικτικού σχεδίου που προϋποθέτει την άρνηση της κυκλικής αντίληψης για την ιστορία και επομένως την άρνηση της υποταγής της ιστορίας στη φυσική νομοτέλεια, αλλά την δικαιολόγησε ακριβώς στη βάση αυτής.

Στο τέλος του έργου διαπιστώσαμε ότι ο συγγραφέας, στη βάση μιας αιτιοκρατικής θεώρησης, παρουσιάζει εν τέλει τον άνθρωπο σαν ένα απλό κομμάτι της Φύσης, θέση που βέβαια υπονομεύει την ικανότητα αυτοδιάθεσης.

Οι συγγραφείς έχουν ήδη διευκρινίσει ότι «δια να ευτυχήση ο άνθρωπος πρέπει να υπακούει εις την θέλησίν του». Η εμμονή τους στην έννοια της ευτυχίας ασφαλώς και δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται με μια ολόκληρη προβληματική που διαμορφώνεται στη διάρκεια των Νέων Χρόνων και η οποία απαιτεί την αποδοχή της ελευθερίας της βούλησης στη βάση μιας νέας ερμηνείας για τη Φύση σε σχέση με την θεώρηση εκείνη που απεμπολώντας τον θεό τοποθέτησε την Φύση στη θέση του. Πάντως οι προσπάθειες τους να διαπαιδαγωγήσουν τους υπόδουλους Έλληνες στις αρχές ενός κράτους, που είναι το αποτέλεσμα της συναίνεσης ελεύθερων έλλογων ατόμων, έρχονται σε αντίφαση με τις θέσεις που διατύπωσε στο τελευταίο κεφάλαιο, όπου ο Λόγος έχει υποταχθεί στη «φυσική τάξη πραγμάτων».

Παράλληλα διαπιστώσαμε ότι στη σκέψη των συγγραφέων είναι η καταδίκη ανελεύθερων καθεστώτων και η πολιτική ισονομία επιβεβαιώνονται ως αλήθειες από τον Χριστιανισμό. Ο Χριστιανισμός όμως ως θρησκεία μέσα από την ίδια του την κοσμοθεωρία δεν μπορεί παρά να λειτουργεί μόνο ως πίστη και όχι ως αλήθεια που επεξεργάζεται η ανθρώπινη λογική, γι’ αυτό και όταν ο συγγραφέας επιφυλάσσει στον Χριστιανισμό την ικανότητα πολιτικής πρακτικής ουσιαστικά του αναθέτει το καθήκον να επιβεβαιώνει αλήθειες του Λόγου, δηλαδή να επιβεβαιώνει τις αρχές του Διαφωτισμού.

Έτσι λοιπόν οι συγγραφείς προχωρούν σε έναν πολύ πιο ουσιαστικό υποβιβασμό του σχολαστικού Χριστιανισμού από τον απλό παραγκωνισμό, που συνεπάγεται η αποδοχή της φυσικής νομοτέλειας και αιτιότητας. Παράλληλα οι αλήθειες του Λόγου καθίστανται απόλυτες με την αξιοποίηση της εσχατολογικής αντίληψης του Χριστιανισμού. Έτσι λοιπόν οι έσχατες αλήθειες, το σημαντικότερο σημείο της κοσμοθεωρίας του Χριστιανισμού ως θρησκείας εναντίον του ορθού Λόγου του Διαφωτισμού, τώρα χρησιμοποιούνται από τον ορθό Λόγο αφαιρώντας από τον Χριστιανισμό το σπουδαιότερο επιχείρημα του. Η αποκατάσταση του Χριστιανισμού, ή καλύτερα της τελεολογικής αντίληψης, ασφαλώς και είναι απαραίτητη προκειμένου να διατυπωθεί μια νέα θεώρηση για τη Φύση, η οποία δεν θα αποκλείει την ελευθερία της βούλησης και δεν θα υποτάσσει τον Λόγο στη «φυσική τάξη πραγμάτων». Αυτή ακριβώς η αντιμετώπιση της θρησκείας μας δείχνει ότι πρόθεση των συγγραφέων τουλάχιστον στο επίπεδο της πολιτικής ήταν να μην υποταχθεί ο Λόγος σε ανορθολογικές δυνάμεις.

Τέλος, βλέπουμε ότι οι συγγραφείς, υποστήριξαν την έννοια της εθνικής ελευθερίας στη συνύφανσή της με το καθεστώς της Δημοκρατίας αρνούμενοι έτσι να υποτάξουν το αίτημα της εθνικής αποκατάστασης στο όραμα μιας απατηλής ολότητας, στην άλογη εν τέλει κοινότητα.

*Γιάννης Τζαμπούρας, Ποιητής-Χρονογράφος-Ιστορικός, μόνιμο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών [1930]

Για να μην χάνετε τις σημαντικότερες ειδήσεις, καθημερινά θα σας στέλνουμε στο email σας τις αναρτήσεις της ημέρας. Σας ευχαριστούμε που μας εμπιστεύεστε για την ενημέρωση σας!
Holler Box