Σταύρος Τζίμας: Ολόκληρη η ομιλία του στο Σούλι

Εκφώνηση πανηγυρικού της ημέρας από τον κ. Σταύρο Τζίμα στις εορταστικές εκδηλώσεις του ολοκαυτώματος του Σουλίου την Κυριακή 29 Μαΐου 2022

«…Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι’ η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ έχω γω στο χέρι;

Οπού συ μούγινες βαρύ κι’ ο Αγαρηνός το ξέρει.»

Με αυτούς τους στοίχους ξεκινά η πρώτη στροφή από το δεύτερο σχεδίασμα του ποιήματος «Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

Και αν και το ποίημα αναφέρεται στις δραματικές ημέρες της δεύτερης πολιορκίας του Μεσολογγίου, μέσα από τις λέξεις του τέταρτου στοίχου αναπηδά ένα όνομα:

«Ο ΣΟΥΛΙΩΤΗΣ».

Αυτόν τον άνθρωπο, τον Σουλιώτη, ξένο προς την γή της Αιτωλίας, όπου βρίσκεται να πολεμά, τον συναντούμε σε ποιήματα, απομνημονεύματα, ιστορικές μελέτες και δοκίμια, να δίνει συνεχώς το παρόν στους εθνικούς αγώνες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας.

Συχνά λαμβάνοντας διαστάσεις θρυλικές για τις δράσεις και τα κατορθώματά του ο Σουλιώτης, οι Σουλιώτες, το Σούλι ανάγονται σε ιδανικό.

Ποιοι ήταν όμως αυτοί οι άνθρωποι και ποιος είναι αυτός ο τόπος που γεννά τέτοιος ανθρώπους;

Η ίδια η λέξη Σούλι, η κορυφή δηλαδή, υποδηλώνει έναν τόπο δυσπρόσιτο και τραχύ- κάτι που επιβεβαιώνεται από την πραγματικότητα.

Από αρχαιοτάτων χρόνων τέτοιους τόπους επέλεγαν για να κατοικήσουν άνθρωποι οι οποίοι ήθελαν να φύγουν των δεσμών της όποιας εξουσίας τους επιβαλλόταν. Αντιστοίχως, οι άνθρωποι που γεννιούνται σε έναν τέτοιο τόπο, δεν είναι εύκολο να υποκύψουν σε κανένα ζυγό ή να προσκυνήσουν σε ξένον αφέντη.

Απόλυτο ιδανικό αποτελούσε για εκείνους η δική τους ελευθερία, όπως εκείνοι την εκλάμβαναν.

Τέτοιοι ήταν και οι άνθρωποι οι οποίοι επέλεξαν να ζήσουν ή γεννήθηκαν σε τούτον τον τόπο.

ΑΥΤΟΙ ΗΤΑΝ ΟΙ ΣΟΥΛΙΩΤΕΣ.

Αν και δεν έχουμε ασφαλείς πληροφορίες για τον έλεγχο του ασκούσε η Υψηλή Πύλη από την Κωνσταντινούπολη στην περιοχή της Θεσπρωτίας-Χαονίας, ήδη από τα 17ο αιώνα, το Τετραχώρι (ΚακόΣούλι, Σαμωνίβα, Κιάφα και Ναβαρικό), το οποίο είχε εποικηθεί, βρισκόταν σε συνεχείς προστριβές, συγκρούσεις και πολέμους με τους Οθωμανούς πασάδες της Ηπείρου.

Τόσο η γεωγραφία, με τα παρελκόμενα που συνεπιφέρει στην οικονομία και την κοινωνία, όσο και οι συνεχείς πόλεμοι, διαμόρφωσαν μια στρατιωτικά δομημένη κοινωνία, χωρισμένη σε φάρες, οι οποίες συγκαλούσαν την Πλακεσία (Δημογεροντία), η οποία όριζε τον Πολέμαρχο και ασκούσε την πολιτική και δικαστική εξουσία.

Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο μαθητής του Ρήγα Βελεστινλή, και Φιλικός, Χριστόφορος Περραιβός στο βιβλίο του, Ιστορία του Σουλίου και της Πάργας:

«Κανένας από τους Σουλιώτες καμμίαν τέχνην ή πραγματείαν δεν μεταχειρίζεται, παρά όλη τους η γύμνασις από παιδιόθεν είναι εις τα άρματα. Με αυτά τρώγουν, με αυτά κοιμούνται, με αυτά ξυπνούν».

Ο ηρωικός χαρακτήρας και η επιμονή στις αρχές της ελευθερίας είναι καταφανείς στην επιστολή που απέστειλε το 1792 ο Φώτος Τζαβέλλας, στον Αλή Πασσά:

Το χρονικό διάστημα εκείνο οι Σουλιώτες βρίσκονταν για πρώτης φορά αντιμέτωποι με την καθυπόταξη από τον νέο πασά των Ιωαννίνων.

Προσπαθώντας ο Αλή Τεπελενλή να ‘‘πιάσει’’ τις κεφαλές του Σουλίου ώστε να πετύχει την παράδοσή του, αιχμαλώτισε με δόλο τον Λάμπρο και τον γιό του Φώτο Τζαβέλλα.

Ωστόσο, ο πρώτος ξέφυγε της αιχμαλωσίας υποσχόμενος στον πασά, ότι θα πάει στο Σούλι για να συμφωνήσει τους όρους παράδοσης με τους Σουλιώτες. Φτάνοντας όμως του απέστειλε την παρακάτω επιστολή-ελληνιστί:

«Αλή Πασά, χαίρομαι όπου εγέλασα έναν δόλιο. Είμ’ εδώ να διαφεντεύσω την Πατρίδα μου εναντίον εις έναν κλέπτην. Ο υιός μου θέλει αποθάνει, εγώ όμως απελπίστως θέλω τον εκδικήσω πριν ν’ αποθάνω. Κάποιοι Τούρκοι, καθώς εσύ, θέλουν ειπή, ότι είμαι άσπλαγχνος πατέρας με το να θυσιάσω τον υιόν μου δια τον δικόν μου λυτρωμόν. Αποκρίνομαι, ότι εάν εσύ πάρης το βουνόν θέλεις σκοτώσει τον υιόν μου με το επίλοιπον της φαμελίας μου, και τους συμπατριώτας μου, τότε δεν θα ημπορέσω να εκδικήσω τον θάνατόν μου, αμμή αν νικήσωμεν, θέλει έχω κι άλλα παιδιά, η γυναίκα μου είναι νέα. Εάν ο υιός μου, νέος, καθώς είναι, δεν μένη ευχαριστημένος ν’ αποθάνη δια την πατρίδα του, αυτός δεν είναι άξιος να ζήση, και να γνωρίζηται ως υιός μου, προχώρησε λοιπόν άπιστε, είμαι έτοιμος να εκδικηθώ.

Εγώ ο ωμοσμένος εχθρός σου Καπετάν Λάμπρος Τζαβέλλας»

Στο γράμμα του Τζαβέλλα είναι ξεκάθαρη η πίστη στις αρχές της ελευθερίας και της τιμής και στις θυσίες που αυτή συνεπάγεται.

Κάθε φράση αποπνέει ένα πνεύμα ηρωικό και έναν στρατιωτικό κώδικα αξιών και τιμής.

Και πράγματι, παρά τις διχόνοιες που ακολούθησαν, οι Σουλιώτες ήταν έτοιμοι για τον υπέρ πάντων αγώνα, υπερασπιζόμενοι μέχρι και του σημείου που η επιμονή τους να υπερασπίζονται τον τραχύ και άγονο τόπο τους, έμοιαζε παράλογη.

Και αν και το Σούλι έπεσε τελικά στα 1803, οι φάρες των Σουλιωτών- Μποτσαραίοι, Τζαβελλαίοι, Κουτσονικαίοι, Δρακαίοι, Ζερβαίοι, Βέικοι και άλλοι- που είχαν επιδοθεί στο γκγιάκ- την βεντέτα του αίματος-, συναντήθηκαν να πολεμούν στο αγώνα της ανεξαρτησίας, πλάι πλάι, στην δυτική Ρούμελη.

Πάντως, ήδη πολύ καιρό πριν κληθούν στους εθνικούς αγώνες, οι Σουλιώτες πολέμησαν τους Τούρκους στο πλευρό Βενετών και επεξέτειναν τον έλεγχό τους στο Παρασούλι και την Τσαμουριά.

Παρόλα ταύτα, οι Σουλιώτες δεν εξέλαβαν τον εαυτό τους ποτέ ως απλώς έκνομους φυγάδες της Οθωμανικής εξουσίας.

Από πολύ νωρίς είχαν διαμορφώσει, αν και στον καθημερινό τους βίο δίγλωσσοι, εθνική συνείδηση καθαρά ελληνική.

Το γεγονός αυτό είναι ξεκάθαρο ήδη από τον 18ο αιώνα, και κατόπιν στον 19ο, και πηγάζει τόσο από τον αυτοπροσδιορισμό και την αυτοεικόνα των Σουλιωτών, όσο και από την αντίληψη των άλλων για εκείνους.

Σε σχέση με το πρώτο, το ημερολόγιο του Φώτου Τζαβέλλα, του 1792, είναι γραμμένο στα ελληνικά.

Αλλά και το «Λεξικόν της Ρωμαϊκοίς και Αρβατηκοίς Απλής», το οποίο συνέταξε ο Μάρκος Μπότσαρης το 1809 στην Κέρκυρα, όπως σημειώνει και ο μελετητής του Τίτος Γιοχάλας, «γέμει ελληνικών λέξεων».

Κατά συνέπεια ως ελληνική διαμορφώθηκε η, όποια, παιδεία, ο πολιτισμός, η γλώσσα και η συνείδηση των Σουλιωτών, όπως δείχνουν οι γραπτές πηγές που οι ίδιοι μας άφησαν παρακαταθήκη.

Η εικόνα αυτή για του Σουλιώτες και το Σούλι, ως φάρου ελευθερίας του υπόδουλου ελληνισμού, αντλείται και από τις γραπτές πηγές των περιηγητών της εποχής.

Ο Γάλλος Φρανσουά Πουκεβίλ, ο οποίος στις αρχές του 19ου αιώνα περιδιέβη όλη την ελληνική χερσόνησο, σε μία από τις πάμπολλες αναφορές του στο Σούλι μας αναφέρει τα εξής:

«Τα βουνά του Σουλίου, στα νότια των Ηλυσίων Πεδίων, χρησίμευαν εδώ και πολύ καιρό ως καταφύγιο μιας ελληνικής φυλής, που ήδη αναφέρεται συχνά με το όνομα Σουλιώτες, …Οι πράξεις τους, τα σχέδια που τους αποδίδονται, τα σπουδαία πράγματα για τα οποία … είναι ικανοί.

Ωστόσο, οι πόλεμοι των Σουλιωτών έχουν πανηγυριστεί πολύ, και ο λαός χαρακτηριζόταν από καιρό ως μια φυλή αφοσιωμένη στην ελευθερία, από την οποία θα μπορούσε να αναμενόταν να εκπορευθούν αυτά τα συναισθήματα και εκείνη η ενέργεια που θα οδηγούσε στην αναγέννηση της χώρας.

Το Σούλι ήταν ο φάρος της Ελλάδας, όλα τα βλέμματα ήταν στραμμένα προς τα βράχια του, και στην πραγματικότητα διακρινόταν από περιστασιακά θαύματα θάρρους, από λάμψεις εξαιρετικής ανδρείας.

Οι Σουλιώτες κάποτε κατέβαιναν σαν χείμαρρος φλεγόμενης λάβας στον κάμπο των Ιωαννίνων, κουβαλώντας τον τρόμο όπου κι αν πήγαιναν.

Όμως, παρά αυτά τα εφήμερα πλεονεκτήματα, δεν θα μπορούσαν ποτέ να υποτάξουν ούτε μια ίντσα εδάφους ώστε να το διατηρήσουν. Και οι διαιρέσεις από τις οποίες διχάστηκαν μεταξύ τους όταν δεν είχαν πια εξωτερικό εχθρό να φοβηθούν, τους έριξαν σε όλη τη φρίκη της αναρχίας.»

Αντίστοιχη εικόνα για το Σούλι, ως τόπο αδιάλειπτης αντίστασης κατά των Οθωμανών μας δίδει και η μεγαλύτερη στρατιωτική μορφή της Ελληνικής Επανάστασης, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, μέσα από τα απομνημονεύματά του. Αν

και εξωραϊσμένη- καθώς αναγάγει την αντίσταση των Σουλιωτών στον βωμό της εθνικής ανεξαρτησίας ήδη από την Άλωση της Βασιλεύουσας το 1453- είναι πέρα δε πάντων, καταδεικτικότατη για την εικόνα που είχαν οι άνθρωποι της εποχής τους για του Σουλιώτες πολεμιστές των εθνικών αγώνων.

«Μιάν φοράν όταν επήραμεν τό Ναύπλιον ήλθεν ο Άμιλτον νά μέ ιδή. Μου είπε ότι πρέπει οι Έλληνες να ζητήσουν συμβιβασμόν, καί η Αγγλία να μεσιτεύση. Εγώ του αποκρίθηκα, ότι αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος· εμείς Καπετάν Άμιλτον ποτέ συμβιβασμόν δεν εκάμαμεν μέ τους Τούρκους· άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί, και άλλοι, καθώς εμείς, εζούσαμεν ελεύθεροι από γενεά εις γενεά- ο βασιλέας μας εσκοτώθη, καμία συνθήκη δεν έκαμε· ή φρουρά του είχε παντονεινόν πόλεμον με τούς Τούρκους και δυο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα — με είπε, ποια είναι η βασιλική φρουρά του, ποια είναι τα φρούρια; — η φρουρά του Βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια, η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά, έτζι δέν μέ ωμίλησε πλέον. Ο κόσμος μάς έλεγε τρελούς. ήμεις αν δεν είμεθα τρελοί, δέν εκάναμεν την επανάστασιν.»

Το αξιόμαχο των Σουλιωτών, που καταδεικνύει πως μια επιτυχής έκβαση του εθνικού αγώνα έπρεπε απαραίτητα να έχει την συμμετοχή τους, φαίνεται και από τον Θούριο του Ρήγα Βελεστινλή, ως τους πάντα έτοιμους πολεμιστές του Γένους να πάρουν τα όπλα κατά του Σουλτάνου τυράννου:

«Σουλλιώταις, καὶ Μανιώταις, λιοντάρια ξακουστά,

Ὡς πότε σταὶς σπηλαίς σας, κοιμάσθε σφαλιστά.

Μαυροβουνιοὺ καπλάνια, Ὀλύμπου σταυραητοί,

Κι΄ Ἀγράφων τὰ ξευτέρια, γεννῆτε μία ψυχή.»

Στις αρχές του έτους 1821, οι Σουλιώτες, οι οποίοι είχαν περάσει από τα Επτάνησα στην Ρούμελη, είχαν βρεθεί να πολεμούν στο πλευρό του Αλή Πασσά, εναντίον της Πύλης, με την υπόσχεση να επιστρέψουν στην γη τους.

Όταν ξέσπασε όμως ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας, στρατεύτηκαν στον εθνικό σκοπό, όπου έδωσαν δυναμικά το παρόν, όπως φαίνεται από τις μαρτυρίες των ανθρώπων της εποχής.

Ο Γέρος του Μωριά μιλώντας μας για τα ρουμελιώτικα και τα σουλιώτικα στρατεύματα λέγει τα εξής:

«Η Δυτική ‘Ρούμελη, τότε είχε την σκοτούρα τού Αλή-Πασα, διατί οι Σουλιώτες έπιασαν το Σούλι- Η καταδρομή κατά του ’Αλή-Πασά μας βόηθησε πολύ, έπρεπε πρώτα να πάγη αυτός- ήτον μεγάλο θηρίο».

Στηρίζοντας τις παραπαίουσες δυνάμεις τους Αλή, και κατόπιν αρνούμενοι πεισματικά την πρόταση για ειρήνη που τους έκαναν οι σουλτανικοί πασάδες, με αντάλλαγμα να ζήσουν ελεύθεροι στο Σούλι, οι Σουλιώτες επέλεξαν τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγωνίσθαι, τὸν δρόμον τετέλεκα(ν), τὴν πίστιν τετήρηκα(ν)· προσφέροντας πολύτιμο χρόνο στην Επανάσταση να εδραιωθεί στην δυτική Ρούμελη, πολεμώντας έναν απέλπιδο αγώνα φθοράς και καθυστέρησης των δυνάμενων του αντιπάλου.

Για τα γεγονότα αυτά κάνει εκτενή αναφορά ο ιστορικός της Επανάστασης Σπυρίδων Τρικούπης:

«Μετά την καταστοφήν του Αλή, όλη η Ήπειρος επροσκύνησεν, ως είρηται, τον Χουρσήδην: αλλ’ οι Σουλιώται δεν έκλιναν τον αυχένα. Ο λαός ούτος, ο πολεμήσας έως τότε υπέρ του Αλή, απεφάσισεν ομοθυμαδόν να πολεμήση του λοιπού υπερ του έθνους του: επί σκοπώ δε να πολεμήση ευτυχώς και να φέρη προσκόμματα εις την ήδη έτοιμον κατά της αποστατήσης Ελλάδος εκστρατείαν των Αλβανών, επρόβαλε τη ελληνική κυβερνήσει να στείλει κατ εκείνα τα μέρη πλοία, τα μεν προς μεταφοράν των γυναικών και των τέκνων αυτών εις Πελοπόννησον, τα δε προς φόβον των εχθρών και εμψύχωσιν των γειτόνων Χριστιανών».

Μετά όμως την ελληνική ήττα στην μάχη του Πέτα, τον Ιούλιο του 1822, οι δυνάμεις των Σουλιωτών, οι οποίες είχαν αποκλεισθεί και αμύνονταν στην Κιάφα, τελικώς υπέκυψαν.

Παρά την ήττα στην Ήπειρο, οι Σουλιώτες θα βρεθούν στις επάλξεις του Αγώνα ως πρωταγωνιστές και επικεφαλής στην άμυνα στις πολιορκίες του Μεσολογγίου.

Όπου μάλιστα ένα από τα κανονιοστάσια είχε ονομαστεί, προς τιμήν του σκοτωμένου στην μάχη του Κεφαλόβρυσου (8-9/8/1823), στρατηγού Μάρκου Μπότσαρη. Από τις ιστορικές πηγές της εποχής στην άμυνα της πόλης ξεχωρίζουν οι Σωματάρχαι:

Νότης Μπότσαρης, Κίτσος Τζαβέλλας, Νικόλαος Ζέρβας, Τούσιας Ζέρβας, Λάμπρος Βέικος.

Και οι Υποσωματάρχαι:

Γεώργιος Τζαβέλλας, Κώστας Διαμάντη Τζαβέλλας, Λάμπρος Τζαβέλλας, Ι. Τζαβέλλας(Μπακατσέλος), Αθ. Κουτσονίκας.

Ενώ ο Αρτέμιος Μίχος μας αναφέρει ένα περιστατικό, χαρακτηριστικό της μαχητικότητάς τους, στα απομνημονεύματά του από την δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου:

«Το θάρρος αυτής και μετά λυσσώδη και απελπιστικήν πάλην, η οποία εγένετο στήθος με στήθος και βήμα προς βήμα, και αφού έπεσαν εκεί θύματα εις τον βωμόν της φιλτάτης πατρίδος υπέρ τους 500, έφθασαν τέλος οι διασωθέντες με τα ξίφη εις τας χείρας εις την κορυφήν του όρους και συνήντησεν τους σωματάρχας Γεώργιον και Αθανάσιον Δράκον μεθ’ εκατόν αξιωματιών και στρατιωτών, οίτινες ελκύσαντες τότε τα ξίφη και εκβάλοντες την συνήθη παρά Σουλιώταις πολεμικής κραυγήν «Ω ντέρα! Ω μπούρα! Μπιτάα!»

Ώρμησαν κατά των εχθρών και έστρεψαν αυτούς εις τα οπίσω.»

Οι Σουλιώτες στο πολιορκούμενο Μεσολόγγι απoτέλεσαν τον πυρήνα των ελληνικών δυνάμεων, και έζησαν και αυτοί με τις οικογένειές τους τις κακουχίες και την πείνα, παίρνοντας εν τέλει μέρος στην έξοδο, στις 10 Απριλίου 1826.

Για την συνεισφορά τους στο Μεσολόγγι και τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας ο ποιητής Λόδρος Βύρων έγραψε το ποίημά του, Τραγούδι στους Σουλιώτες:

«Σηκωθείτε γιοι του Σουλίου

Σηκωθείτε και κάνετε το χρέος σας, το δέον!

Εκεί το τείχος- εκεί και η τάφρος:

Εμπρός! Εμπρός! Σουλιώτες!

Εκεί τα λάφυρα-εκεί και η ομορφιά.

Σηκωθείτε νέοι και κάνετε το χρέος σας.

Με την έξοδο και τον ξεσηκωμό

Που αψήφησε τα όπλα του Αλή,

Με τα αγαπημένα, δικά σας Όρη,

Με τα παιδιά σας στα νησιά,

Σηκωθείτε και επιτεθείτε Στρατιώτες

Εμπρός! Εμπρός! Σουλιώτες!».

Και μπορεί ο Αγώνας της Ανεξαρτησίας να μην έδωσε, τότε στους Σουλιώτες την γη τους, όμως οι ίδιοι υπηρέτησαν την πατρίδα, και κατέλαβαν σε αυτήν σημαντικά ανώτατα πολιτικά, στρατιωτικά και άλλα αξιώματα.

Το Σούλι έδωσε στην Ελλάδα πρωθυπουργούς, υπουργούς, αρχηγούς των ενόπλων δυνάμεων, πρεσβευτές, καθηγητές πανεπιστημίου και πάνω από όλα άξιους πολίτες στο κράτος.

Και ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, κοντά εκατό χρόνια μετά, με του Βαλκανικούς Πολέμους, όπου το Σούλι έγινε αναπόσπαστο κομμάτι της ελληνικής επικράτειας.

Όλα αυτά αγαπητοί φίλοι, ανήκουν στην ιστορία, στις σελίδες της οποίας η εποποιία των Σουλιωτών έχει καταχωρηθεί με χρυσά γράμματα.

Οι αγώνες των Σουλιωτών, έθρεψαν την εθνική συνείδηση, λειτούργησαν ως πυροκροτητής της εθνικής μας αφύπνισης.

Και δεν επιδέχεται αυτό καμίας αμφισβήτησης.

Είναι όμως και για όλους εμάς μια βαριά κληρονομιά.

Xρέος μας είναι να την περιφρουρήσουμε και να την παραδώσουμε στους απογόνους μας, με λάβαρο την αγάπη προς τούτα εδώ τα βράχια για τα οποία οι Σουλιώτες έδωσαν την ζωή τους.

Η σύγχρονη απειλή, για τον τόπο μας, ωστόσο, δεν προέρχεται από κανέναν Αλή Πασά, μολονότι στον κόσμο που μας ξημερώνει, τα ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας και της αδελφοσύνης δεν θα πρέπει να θεωρούνται δεδομένα.

Ο κίνδυνος βρίσκεται εδώ μέσα, καζά Αη Δονάτου και του Καντα, όπως έλεγαν οι παλιοί.

Το Σούλι δεν πρέπει να ερημώσει.

Οι προγονοί μας το υπερασπίστηκαν με το αίμα τους.

Ο δικός μας αγώνας σήμερα πρέπει να αναπτυχθεί για να μην αδειάσουν τα χωριά μας, να μην ρημάξει το Σούλι.

Το διαισθανόμαστε όλοι, το κουβεντιάζουμε μεταξύ μας, ακούμε την βουή των επερχόμενων γεγονότων, όπως θα έλεγε ο μεγάλος ποιητής μας Κώστας Καβάφης.

Αν δεν κάνουμε κάτι, αν δεν προσπαθήσουμε όλοι μας, δεν θα καπνίζει σε μερικά χρόνια «μπουχαρί» στα Σουλιωτοχώρια.

Δείτε γύρω μας τα ερείπια από τις μισογκρεμισμένες κούλιες όπου γεννήθηκαν και έζησαν οι ήρωες μας.

Δεν θα πρέπει ν αφήσουμε να φτάσει η μέρα και η ώρα που και στα σπίτια, στα χωριά μας, θα λαλούν κουκουβάγιες.

Δεν μας αρμόζουν όμως οι κατάρες, ούτε η νοοτροπία φταίνε οι «μεγάλοι». Που φταίνε.

Πρέπει να πολεμήσουμε πρώτα εμείς, οι απόγονοι, και δεν είμαστε λίγοι.

Είναι πρωτίστως όσοι ζουν και παλεύουν εδώ κάτω από δύσκολες συνθήκες, και που είναι, με τον τρόπο τους, οι σύγχρονοι μαχητές του Σουλίου.

Και μαζί τους όλοι εμείς, που η ζωή τα έφερε έτσι ώστε να μετακομίσουμε αλλά δεν πάψαμε να αγαπάμε τον τόπο μας.

Πιστέψτε με.

Όπου και αν πήγα, και ταξίδεψα πολύ λόγω επαγγέλματος, συνάντησα ανθρώπους που μου έλεγαν με καμάρι ότι «κι εμένα η μακρινή μου καταγωγή είναι από το Σούλι». Και φαντάζομαι ότι όλες μας έχουμε να μολογήσουμε τέτοιες περιπτώσεις.

Διαθέτουμε ένα ισχυρό όπλο. Τα σκορπισμένα ανά τον κόσμο ξενιτεμένα παιδιά του Σουλίου. Είναι παντού.

Από την Παραμυθιά και τα Γιάννενα έως την Αθήνα και από την Γερμανία μέχρι την Αυστραλία.

Και πρέπει να τους κινητοποιήσουμε.

Χρειάζονται ένα νεύμα για να ανταποκριθούν ο καθένας απ όπου μπορεί και όσο μπορεί.

Οι αποστάσεις δεν αφαιρούν από τη νοσταλγία και την αγάπη τους για τα άγια, για μας τους Σουλιώτες, τούτα χώματα.

Ούτε είναι ανυπέρβλητο εμπόδιο. Στην εποχή που ζούμε είναι εφικτή η επανασύνδεση των ξενιτεμένων μας.

Μπορούμε να ξεκινήσουμε, για παράδειγμα, να συναντιώμαστε και να συζητάμε σ ένα ψηφιακό καφενείο «βουλευτήριο» που θα αποτελεί σημείο αναφοράς και ενημέρωσης για την ιστορία, τα` ήθη και τα έθιμα, ώστε να μεταλαμπαδεύσουμε την παράδοση του Σουλίου στους νέους που την αγνοούν.

Χρειαζόμαστε τέτοιες πρωτοβουλίες, για να μην χαθούμε μεταξύ μας.

Και με καύσιμο έναν νέο πατριωτισμό να βοηθήσουμε το Σούλι και ο,τι μας κληροδότησαν οι παππούδες μας και οι πριν από αυτούς.

Εμείς έχουμε επωμισθεί το βαρύ ιστορικό φορτίο να κρατήσουμε τούτον εδώ τον τόπο ζωντανό και να του δώσουμε πνοή.

Δικές μας είναι οι καταπληκτικές βυζαντινές εκκλησίες, στα χωριά που κινδυνεύουν να πέσουν.

Δικό μας το παρθένο περιβάλλον με τις απαράμιλλες ομορφιές του, το οποίο οφείλουμε πρώτοι εμείς να προστατεύσουμε. Εμείς είναι που πρώτοι δεν πρέπει να γεμίζουμε στους λάκκους μας τα σκουπίδια μας.

Δικός μας είναι ο μυθικός Αχέροντας με το φαράγγι του, τα περάσματα και τις οχυρώσεις των Σουλιωτών, που απειλείται από την ανελέητη και άναρχη τουριστική εκμετάλλευση.

Δικές μας οι κούλιες και τα πηγάδια, το Κάστρο της Κιάφας, το Κούγκι, τα σουλιώτικα ταμπούρια που παραμένουν αναξιοποίητα και υποβαθμίζονται.

Δικοί μας είναι οι νέοι κτηνοτρόφοι που πασχίζουν αβοήθητοι να αναζωογονήσουν την τοπική οικονομία και να κρατήσουν όρθια την τοπική κοινωνία.

Δικά μας είναι τα παιδιά, ο Φώτης και ο Φίλιππας, που άνοιξαν μια επιχείρηση εδώ δίπλα στα Πηγάδια και μας δείχνουν ότι ένας άλλος δρόμος, για να αναπτυχθεί το Σούλι είναι εφικτός.

Αυτόν τον αγώνα καλούμαστε να δώσουμε για να μην «πέσει» ξανά το Σούλι.

Αυτό είναι το χρέος μας προς τους πρόγονούς μας, και σ αυτό πρέπει να στρατευθούμε όλοι μας.

Είναι όμως και καθήκον της Πολιτείας να μας βοηθήσει εμπράκτως και περισσότερο. Δεν είμαστε απέναντί της, είμαστε μαζί της.

Κοινός είναι ο σκοπός. Γίνονται κάποια πράγματα, ας μη μεμψιμοιρούμε, αλλά αισθανόμαστε ότι η προσπάθεια πρέπει να ενταθεί και να επιταχυνθεί, με σχεδιασμό και όραμα για το Σούλι του μέλλοντος που θα πρέπει να έχει στο επίκεντρό του πρωτίστως τους εδώ ανθρώπους του.

Καλές είναι οι γιορτές σαν την σημερινή, και πρέπει να γίνονται για να τονώνουν το εθνικό μας φρόνιμα, και να μας θυμίζουν την εποποιϊα των προγόνων μας, αλλά κανένα νόημα δεν θα έχουν εάν σε μερικά χρόνια, δεν θα υπάρχουν νέοι άνθρωποι εδώ.

Δικαιούμαστε να έχουμε πειστικές απαντήσεις σε ερωτήματα όπως γιατί πρέπει να αφήνονται διαχρονικά στην φθορά του χρόνου αυτά τα σπίτια που γέννησαν τέτοιους και τόσους ήρωες.

Με ρωτούν πολλοί γιατί δεν υπάρχει ένα μουσείο αντάξιο της ιστορίας και των αγώνων των σουλιωτών, γιατί να απαξιώνεται στο διάβα του χρόνου ένα κομμάτι του πολιτισμού μας. Είναι πολλά τα γιατί.

Συγχωρέστε μου αγαπητοί μου συντοπίτες και φίλοι προσκεκλημένοι τον συναισθηματικό τόνο, που ενδεχομένως να μην συνάδει με το ύφος και το περιεχόμενο της σημερινής ημέρας.

Είμαι όμως και εγώ ένας από εσάς.

Εδώ γεννήθηκα, εδώ είναι ο τόπος μου, εδώ είναι οι δικοί μου άνθρωποι, γνωριζόμαστε μεταξύ μας, τον πονάω και εγώ.

Θέλω να πιστεύω, λοιπόν, ότι απηχώ την αγωνία όλων σας και αυτήν προσπάθησα να μεταφέρω από το σημερινό βήμα.

Είμαστε περήφανοι, που γεννηθήκαμε Σουλιώτες.

Ζήτω το Σούλι.

Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας και ζητώ συγνώμη αν σας κούρασα.