Σαν σήμερα αυτοπυρπολήθηκε η Ελευθερία που είχε ζήσει και στην Ηγουμενίτσα

Γράφει ο Σωτήρης Λ. Δημητρίου

Σαν σήμερα αυτοπυρπολήθηκε η Ελευθερία που είχε ζήσει και στην Ηγουμενίτσα για το Κουρδικό

Ο Στέφανος  Οτσάλ γεννήθηκε και μεγάλωσε σε ένα χωριό της Μαλάτεια, της Ν.Α.  Τουρκίας στο Κουρδιστάν.

            Το χωριό του ξεφυτρώνει αναπάντεχα για τον επισκέπτη, εκεί όπου ενώνονται με πολύ αμβλεία γωνία και γίνονται ένας γεωφυσικός αυχένας, οι πρόποδες δύο βουνών. Οι κάτοικοι, φτωχοί και φιλήσυχοι, όμως του Στέφανου δεν του άρεσε καθόλου αυτό. Η ελευθερία δεν κερδίζεται με «φιλήσυχους ανθρώπους», πρέπει να βράζει το αίμα σου, να έχεις φλόγα μέσα σου, να θέλεις να κερδίσεις την ελευθερία και μετά να είσαι ένας φιλήσυχος και εργατικός πολίτης στην δική σου πατρίδα, αυτό που για όλον τον κόσμο θα πρέπει να θεωρείται αυτονόητο είναι η ελευθερία και η αυτοδιάθεση. Ρωτώντας τον για το προηγούμενο όνομα μου είπε χαμογελώντας: «Το έχω ξεχάσει τώρα» και κάνει μια αποστροφή, σαν να μη θέλει να το θυμάται. Σαν να «χαλιέται» όταν του θυμίζει κάποιος ότι είχε κάποτε άλλο όνομα και μάλιστα μουσουλμανικό. Δεν θέλει να έχει τίποτε κοινό με τους αιώνιους κατακτητές.

            Οχτώ αδέρφια ήταν.  Ο Στέφανος ήθελε να πάει στο εξωτερικό, να δουλέψει για να ζήσει και να προσφέρει για την οργάνωση της απελευθέρωσης του λαού του. Μετά από πολλές ταλαιπωρίες, συλλήψεις και απογοητεύσεις, τα κατάφερε να φτάσει στην Ελλάδα και στην Ηγουμενίτσα

Κοιμόταν στο μικρό πάρκο της πόλης, γύρω από το Πολιτιστικό Κέντρο του δήμου, το «Πάνθεον». Εκεί τον είδε ο μπάρμπα – Σπύρος ο συγχωρεμένος, γόνος προσφύγων από την Μ. Ασία. Υποψιάστηκε ότι μάλλον Κούρδος θα είναι και του μίλησε Τούρκικα τα οποία γνώριζαν από τους πρόσφυγες προγόνους  τους. Μίλησαν πολύ ώρα, ήθελε να τον βοηθήσει κι έφερε στον Στέφανο κάτι φρούτα να φάει από το κατάστημά του, καθώς και μία πετσέτα. Τον καθοδήγησε να πάει στο κοντινό χωριό του, την Ν. Σελεύκεια, λέγοντάς του, ότι εκεί μιλάνε όλοι τούρκικα και θα τον βοηθήσουν και ο Στέφανος πήγε. Δούλεψε σε κήπους, βαψίματα, οικοδομές. Όπου του έδιναν δουλειά πήγαινε, δούλεψε στην περιοχή από το 1997 ως το 2001. Τότε αποφάσισε να πάει να μείνει στην πόλη. Από το 2001 συνέχισε με την οργάνωση με την οποία δεν είχε χάσει την επαφή. Στα πλαίσια της δημοσιοποίησης και διεθνοποίησης του Κουρδικού θέματος, φρόντιζε να προωθεί το περιοδικό «Φωνή του Κουρδιστάν». Μετά από ένα περίπου χρόνο ο έξυπνος πλην καλός, ήρεμος και χαμογελαστός φίλος μου, το 2002 έφυγε για την Αθήνα και τον Ερυθρό Σταυρό, στην οδό Στουρνάρα όπου θα εύρισκε τους πατριώτες του για να αλλάξει δυο κουβέντες βρε αδερφέ. Του είχε λείψει η επαφή με φίλους πατριώτες του τόσο καιρό.

Η Ελευθερία ήταν μία δεκαεννιάχρονη Ελληνίδα φοιτήτρια. Πήγαινε τις ελεύθερες ώρες, ρούχα, τρόφιμα και διάφορα άλλα πράγματα στους Κούρδους πατριώτες και έπαιρνε από εκεί περιοδικά  «Η Φωνή του Κουρδιστάν» για να τα μοιράσει στους Αθηναίους, να διεθνοποιηθεί το πρόβλημα των πατριωτών του Κουρδιστάν. Nα   γιγαντωθεί και να συγκινηθούν τα έθνη της γης,  να γίνουν συμπαραστάτες σε έναν λαό που αποζητά το αυτονόητο, την ελευθερία του. Για μία ελευθερία όλοι οι κατακτημένοι και οι καταπιεσμένοι αγωνίζονται. Η Ελευθερία το γνώριζε αυτό και προσέφερε ότι και όσο  μπορούσε.

 Όταν έφτασε ο Στέφανος στους φίλους του, στον Ερυθρό Σταυρό, είδε την Ελευθερία. Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ. Τον κοίταξε κι εκείνη και αντάλλαξαν ένα χαμόγελο. Γύρισε, μίλησε σε κάποιον της οργάνωσης και πήρε μια μονολεκτική απάντηση. Αφού είχε αφήσει κάποια πράγματα πήρε μερικά περιοδικά και ο Στέφανος την είδε να φεύγει.

Σε λίγες μέρες είχαν οργανώσει και  έκαναν οι Κούρδοι πατριώτες μία συγκέντρωση στην Πλ. Κλαυθμώνος. Είχαν γίνει όλες οι ετοιμασίες και οι αφισοκολλήσεις. Η Ελευθερία είχε ενημερωθεί από τις αφίσες και πήγε για συμμετοχή και αλληλεγγύη στην  συγκέντρωση. Μόλις είχε φτάσει, ακουγόταν τραγούδια και οι Κούρδοι πατριώτες χορεύανε, χόρευε και ο Στέφανος. Κάποια στιγμή εμφανίζεται  ξαφνικά  πιάνοντας το χέρι του Στέφανου και χορεύει μαζί δίπλα του, αυτό ήθελε. Της χαμογέλασε ο Στέφανος, χαμογέλασε και η Ελευθερία, καθώς χόρευαν χέρι-χέρι.

Πέρασαν μέρες και ήταν ολοφάνερο πλέον ότι αυτά τα δύο παιδιά έτρεφαν συναισθήματα ο ένα για τον άλλον. Κάποια μέρα που ο Στέφανος την συνόδευε, όταν κόντευαν στο σπίτι της Ελευθερίας εκείνη έκανε προσπάθειες κάτι να του πει, όμως το στόμα της είχε στεγνώσει και κολλούσε. Έφτασαν στις σκάλες του σπιτιού της και αναψοκοκκινισμένη, νίκησε την ντροπή της και ξεστόμισε, περισσότερο με την καρδιά παρά με τα στεγνά της χείλη:

-«Στέφανε θέλω να σε παντρευτώ. Όχι τώρα αμέσως, όποτε θέλεις εσύ».

Το είχε δει στα μάτια της, την ήθελε κι εκείνος πολύ, μα δεν περίμενε τόσο γρήγορα τέτοια εξέλιξη, τον έπιασε εντελώς απροετοίμαστο. 

            -«Να σκεφτώ… είσαι μικρή ακόμα», βρήκε να ξεστομίσει ήρεμα και τρυφερά το παλικάρι.

            -«Θα σου δώσω όσο χρόνο θέλεις για να σκεφτείς, δεν βιάζομαι…».

Την συμπαθούσε ήδη πολύ, αλλά του ήρθε πολύ απότομο και ήταν όλα τόσο γρήγορα. Το σκέφτηκε πολύ καλά καμιά δεκαριά μέρες και πλέον ήταν σίγουρος ότι την αγαπούσε.

            Ο Στέφανος έπρεπε να γυρίσει ξανά στην μικρή παράκτια πόλη του Ιονίου, την Ηγουμενίτσα. Η Ελευθερία ήταν ήδη αποφασισμένη να ενώσει την μοίρα της μαζί του και να το κάνει από τώρα και τον ακολούθησε. Έμειναν εδώ ως 6 μήνες περίπου και γύρισαν στην Αθήνα, Καλοκαίρι του 2002 διότι ήταν ήδη έγκυος στο πρώτο τους παιδί.

            Νοίκιασαν σπίτι για λίγο και μετά έζησαν μαζί με τους γονείς της Ελευθερίας, από το 2002 ως το 2005, οπότε γεννήθηκε και το δεύτερο παιδί τους, έφυγαν πάλι από την Αθήνα για την μικρή μας πόλη όπου είχε ζήσει κάποια χρόνια ο Στέφανος και την αγαπούσε την πόλη, αλλά και η πόλη εκείνον. Η Ελευθερία βοηθούσε  την οργάνωση για την απελευθέρωση του Κουρδιστάν. Αγαπούσε αυτόν τον λαό που πάλευε για την δική του ελευθερία και μέσω του άντρα της και τον παιδιών της είχε γίνει πια η δεύτερη πατρίδα της κι ας μην πήγε ποτέ εκεί. Μέσα σε έξι μήνες είχε μάθει Κουρδικά, αυτό είναι απίστευτο, διότι είναι μία δύσκολη γλώσσα, είχε εκπλαγεί κι ο Στέφανος, όμως η αγάπη της στην ελευθερία και την αυτοδιάθεση ενός λαού και η δίψα για αλληλεγγύη, της γιγάντωσε την θέληση.

Όμως δεν ήταν της μοίρας τους να στεριώσουν κάπου. Αποφασίσανε ότι τον Φλεβάρη του νέου χρόνου (2006) η Ελευθερία έπρεπε να γυρίσει Αθήνα, για να ολοκληρώσει ένα εξάμηνο σπουδές και να αποφοιτήσει. Ο Στέφανος θα κρατούσε τα παιδιά και θα εργαζόταν ώσπου να τελειώσει το εξάμηνο. Μιλούσαν πολλές ώρες στο τηλέφωνο, έφευγαν πολλά χρήματα σε κάρτες, όμως ας έτρωγαν λιγότερο, αρκεί να μιλάνε… Η Ελευθερία ήθελε να μιλάει όλη μέρα αν ήταν δυνατόν με τον άντρα της και να ακούει τα  παιδάκια της.

Στις 21 Μαρτίου του 2006, γιόρταζαν στην Αθήνα (Ζωγράφου) την μεγάλη τους γιορτή οι Κούρδοι, το Νεβρόζ, με φολκλορικούς χορούς και τραγούδια. Μίλησαν για πολλούς σκοτωμούς, για πολύ αίμα ανταρτών από τον Τούρκικο στρατό και ακούγοντάς τα η Ελευθερία στενοχωρήθηκε και αγχώθηκε πολύ. Έχασε τον ύπνο της. Πέρασαν ακόμη δύο μέρες και αυτό που είχε εισπράξει από τους πολιτικούς, της Ελλάδας τότε, το θεώρησε προδοσία εναντίον του λαού του Κουρδιστάν και προσβολή της πατρίδας μας, σε έναν λαό μαχόμενο για την ελευθερία.

Στις 23 Μάρτη 2006 μίλησε με τον άντρα της στο τηλέφωνο, όπως κάθε μέρα και κάθε βράδυ. Μετά ζήτησε να μιλήσει στον 2χρονο γιο της, τον Ερνέστο και το έκανε για περίπου ένα λεπτό. Τα χείλη της, στο χρώμα της αγάπης και της επανάστασης κινήθηκαν ήρεμα και με τρυφερές κουβέντες σαν να ξεστόμισαν: «Δεν θα με ξαναδείς…», ίσως «Θα φύγω πολύ μακριά, σε αγαπάω πολύ αγόρι μου…». Και ο μικρούλης Ερνέστο δεν μπορούσε να θυμάται. Την Κλάρα δεν την ζήτησε στο τηλέφωνο, ήταν μωρό ενός έτους. Όμως εκείνο το βράδυ η μικρούλα Κλάρα έκλαιγε τόσο αναίτια, όσο και ανεξήγητα, το ίδιο και το πρωί.

Από το πρωί και ο Στέφανος είχε ένα άσχημο προαίσθημα και είχε το νου του στο τηλέφωνο συνεχώς, όμως μάταια, το τηλεφώνημα που γινόταν κάθε μέρα δεν έγινε. Μεσημέριασε, η Ελευθερία δεν είχε πάρει και ανησύχησε. Αδύνατον να είναι καλά, σκέφτηκε, κάθε μέρα μιλούσαν για πολλές ώρες και σήμερα τίποτε από το πρωί.

Κατά το μεσημέρι της ίδιας μέρας τηλεφώνησε στον Στέφανο η πεθερά του και του είπε: «…Πάρε τα παιδιά και έλα στην Αθήνα, η Ελευθερία έσπασε το πόδι…». Όμως δεν μπορούσε να πειστεί ο Στέφανος για την αιτίαση της επιστροφής του στην Αθήνα. Ήταν βέβαιος ότι κάτι χειρότερο συνέβη.

 Έμαθε από την φίλη της γυναίκας του ότι: «Η Ελευθερία αυτοπυρπολήθηκε στα Σεπόλια και είναι σε κρίσιμη κατάσταση…». Έφυγε εσπευσμένα από την Ηγουμενίτσα μαζί με τα παιδιά του ο Στέφανος για την Αθήνα και πήγε αμέσως στο ΚΑΤ.

Δεν τον άφησαν να μπει να δει την γυναίκα του, τα παιδιά του, ο 2χρονος Ερνέστο και η ενός χρόνου Κλάρα έκλαιγαν συνέχεια. Διαπιστώθηκε και το ανακοίνωσαν οι γιατροί ότι η Ελευθερία είχε 90%  βαριά εγκαύματα σε όλο το σώμα της.

Η Ελευθερία Φουρτουλάκη που αυτοπυρπολήθηκε έξω από τον Άγιο Νικόλαο στα Σεπόλια Αττικής, στις 24 Μαρτίου 2006, απεβίωσε στις 28 Μαρτίου, υποκύπτοντας στα σοβαρά εγκαύματα. Ήθελε μήπως να ξεπλύνει και την «εθνική ντροπή» της παράδοσης του ηγέτη των Κούρδων, Οτσαλάν από τους τότε κυβερνώντες;

————-

Θυμίζουμε ότι ο Έλλην Ταγματάρχης Σάββας Καλεντερίδης ο οποίος συνόδευε τον Αμπντουλάχ Οτσαλάν κατέληξε ως συνοδός του στην Κένυα. Εκεί, αρνούνται κατηγορηματικά κάποια στιγμή οι Κενυάτες,  να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητο, ο Σάββας Καλεντερίδης και ο Γιώργος Κωστούλας . Αντέδρασαν έντονα οι Έλληνες αξιωματικοί. Όμως οι Έλληνες πολιτικοί άλλα είχαν αποφασίσει για τον «Άπο». Αμπντουλάχ Οτσαλάν …

* [Βιβλίο: Παράδοση Οτσαλάν. Η ώρα της αλήθειας: Ιστορική μαρτυρία.

Συγγραφέας: Σάββας Καλεντερίδης. Ινφογνώμων Εκδόσεις. 1η Έκδοση: 2007]

————-

Σκοτείνιασε ο ήλιος για την Ελευθερία, χάθηκε για να συγκινήσει τον κόσμο, να βρει συμπαραστάτες ο απελευθερωτικός αγώνας για την ελευθερία του Κουρδιστάν. Στην δύσκολη, τότε καμπή του αγώνα του, πήραν θάρρος και μπήκαν χιλιάδες Κούρδισες στον αγώνα για ελευθερία και αυτοδιάθεση διότι: «Μία Ελληνίδα θυσιάστηκε για τον αγώνα μας κι εμείς διστάζουμε;». Και χιλιάδες ακόμη γυναίκες μαχήτριες πολεμούν έχοντας παράδειγμα την Ελευθερία της λευτεριάς, εκεί στην μακρινή αλλά τόσο κοντινή γη. Στην πατρίδα της, την Ελλάδα, έγραψαν πολλές ιστοσελίδες και οι εφημερίδες.

Στα Κουρδικά είχε γράψει το τελευταίο της γράμμα, στο οποίο έγραφε μεταξύ άλλων:

«Τον άντρα μου τον αγαπώ πολύ και τα παιδιά μας…  Αγαπημένα μου παιδιά, φίλοι μου, Στέφανε, μάνα και πατέρα (…) Η αδελφοσύνη των λαών είναι ένα πολύ ωραίο πράγμα… Το τουρκικό κράτος βασανίζει τους Κούρδους, ο τουρκικός στρατός και η αστυνομία δολοφονούν τα μικρά παιδιά, τιμωρούν τους ηλικιωμένους (…) Ξέρω ότι αυτή η πράξη της αυτοπυρπόλησής μου δεν είναι ένας ωραίος αγώνας…

Το κεράκι της Ελευθερίας μπορεί να έσβησε, όμως άφησε φλόγα μεγάλη πίσω. Από τα μάτια του Στέφανου βουρκώνουν μα δεν κλαίει, μόνο σκουπίζει το πικρό του χαμόγελο άλλη μια φορά. Χαμόγελο αγάπης, πόνου και νοσταλγίας…Ένοιωσε να χάνεται η ζωή του, να σκοτεινιάζει ο τόπος γύρω του, ήταν απαρηγόρητος. Αγαπούσε πολύ την γυναίκα του και τον αγαπούσε πολύ κι εκείνη. Δεν φαντάστηκε ποτέ ότι από την υπερβολική της αγάπη θα θυσιαζόταν για την πατρίδα του. Όμως έπρεπε πια να σηκώσει διπλό φορτίο.

Ξαναγύρισε στην Ηγουμενίτσα όπου ήταν το σπίτι τους και ο παπά-Θωμάς βάφτισε τον Ερνέστο και την Κλάρα, στην Ευαγγελίστρια.  Πολύς κόσμος βοήθησε τα παιδιά και τον Στέφανο, οικονομικά, με ρούχα και τρόφιμα, όμως ο πόνος για την Ελευθερία ήταν πλέον μεγάλος και διαφορετικός από τον πόνο για λευτεριά της πατρίδας του. Μεγάλος αγώνας για να είναι αυτός ο πατέρας και η μάνα μαζί για τα δυο τους παιδάκια, ενώ γνώριζαν παντού, από φίλους και γείτονες, την τρυφερότητα και την αγάπη!

Εργαζόταν αλλά τον βοήθησε πολύ κι ο Ερυθρός Σταυρός στην Ηγουμενίτσα, που έμεινε με τα παιδιά του και έμεινε ως τον Αύγουστο του 2015. Ζει για να μεγαλώνει τα παιδιά του στην Ελλάδα, ενώ δηλώνει πια Έλληνας ο ίδιος και αποδειγμένα αγαπάει πολύ την πατρίδα της Ελευθερίας και των παιδιών του, την Πατρίδα του!

«Όλους τους αγαπάω…», μου είπε ο Στέφανος, καθώς προσπάθησε να κρύψει ένα δάκρυ.

Ο Στέφανος Οτσάλ  ταγμένος να μεγαλώσει σωστά τα παιδιά τους, τον Ερνέστο και την Κλάρα, δύο αξιόλογα πλάσματα που είναι περήφανα για την μάνα τους. Όσο αγάπησε η Ελευθερία Φουρτουλάκη το Κουρδιστάν για το οποίο θυσιάστηκε, άλλο τόσο αγαπάει και ο Στέφανος την Ελλάδα, στην οποία ζει ως Έλληνας και τιμάει όσο λίγοι Έλληνες την δεύτερη πατρίδα του.