Περήφανο Σούλι

Περήφανο Σούλι

(Το αφιέρωμα αυτό δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Step στο τεύχος του Μαΐου 2015)

Στα νοτιοανατολικά της Θεσπρωτίας, ένας φιδίσιος δρόμος οδηγεί σε μια ορεινή, άγρια και απόκρημνη περιοχή όπου από τον 16ο αιώνα είχαν κτιστεί κάποια χωριά τα οποία τα κατοίκησαν άνθρωποι που έμειναν στην ιστορία για την γενναιότητα τους αλλά και για τον αδούλωτο χαρακτήρα τους. Είναι τα χωριά του Σουλίου.

Σήμερα υπάρχουν πέντε χωριά που ονομάζονται και Σκάπετα Σουλίου, Σκάπετα από το ρήμα σκαπετάω που σημαίνει ξεπερνώ την κορυφή του υψώματος και χάνομαι πίσω από αυτήν, δραπετεύω, διαφεύγω.

Αυτά τα χωριά θέλαμε να επισκεφτούμε θεωρώντας ότι η εποχή της άνοιξης είναι η καλύτερη για τέτοιου είδους εκδρομές. Είναι όμως και απρόβλεπτη. Από την προηγούμενη μας είχε προειδοποιήσει πως οι ζεστές και ηλιόλουστες μέρες που φώτιζαν τα χρώματα της Άνοιξης δεν θα συνεχιζόταν για πολύ. Μία μπόρα ήταν το πρελούντιο

για αυτό που θα ακολουθούσε την επομένη που ήταν η μέρα της προγραμματισμένης εκδρομής μας. Το ουράνιο τόξο που φάνηκε στον ουρανό ήταν όμως το σύνθημα για να μην ανατρέψουμε τα σχέδια μας. Και η αλήθεια είναι ότι τελικά δεν το μετανιώσαμε.

Η είσοδος στον δρόμο που θα μας οδηγούσε προς τα χωριά του Σουλίου ήταν το όριο ανάμεσα στο σήμερα και το χτες, ανάμεσα στην ιστορία και τον μύθο, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Ανεβαίνοντας στο βουνό είχαμε στα πόδια μας την πεδιάδα και τον Αχέροντα σαν φίδι να την χωρίζει στα δύο και να μας εκπλήσσει ύστερα απ

ό λίγο καθώς από τα σπλάχνα του άφησε να φύγει προς τις κορυφές των βουνών μία ομίχλη που μας τύλιξε για λίγο και στην συνέχεια απομακρύνθηκε από εμάς για να αγκαλιάσει τους απέναντι ορεινούς όγκους και να τους κρύψει από τα λαίμαργα μάτια μας.

Μετά από λίγα χιλιόμετρα διαδρομής δύο (!) πινακίδες που γράφουν ‘’Σούλι’’ μας καλωσορίζουν στον τόπο που έχουν γραφτεί μερικές από τις πιο ηρωικές σελίδες της ιστορίας αυτής της χώρας. Οι Σουλιώτες πολλά χρόνια πριν από την επανάσταση του 1821 πολέμησαν για να μείνουν ελεύθεροι οργανώνοντας στα απρόσιτα κορφοβούνια την ‘’Σουλιώτικη Συμπολιτεία’’ που αριθμούσε 122 χωριά με 25000 κατοίκους και που έμεινε αδούλωτη για παραπάνω από δύο αιώνες… τότε που η οθωμανική αυτοκρατορία ήταν πραγματικά ακατανίκητη. Και αν δεν υπήρξε ο διχασμός ανάμεσα στις φάρες των Σουλιωτών, ιδιαίτερα ανάμεσα στους Μποτσαραίους και τους

Τζαβελαίους,  ο Αλή Πασάς ίσως δεν κατάφερνε να τους νικήσει.

Ο διχασμός και κατά πως λένε οι ιστορικοί η φιλαργυρία του  Γιώργη Μπότσαρη, όπως και η φιλοδοξία του να κυβερνήσει τους Σουλιώτες, τον ώθησαν να συνεργαστεί με τον Αλή Πασά και να διαθέσει τους άντρες τους να πολεμήσουν ενάντια στους μέχρι πριν λίγο συντρόφους του. Δυστυχώς αλλά η ιστορία της Ελλάδας έχει πολλές τέτοιες μελανές σελίδες…

Ο ποιητής Ανδρέας Κάλβος που έγραψε ωδή με τριάντα στροφές αφιερωμένη ‘’Εις Σούλι’’ ονομάζει την περιοχή ‘’Σελλαϊδα’’ πιστεύοντας ότι οι Σουλιώτες είναι απόγονοι των Σελλών. Η ερμηνεία αυτή του ποιητή, σύμφωνα με τον ιστορικό Κων/νο Πανταζή, στηρίζεται στην ιστορική πραγματικότητα. Από το 800π.Χ. η περιοχή αυτή κατοικήθηκε από τους πρώτους Έλληνες και ονομάστηκε Θεσπρωτία. Από τα χωριά της Θεσπρωτίας  ανέβηκαν μεμονωμένες οικογένειες που δεν ανέχθηκαν τον ραγιαδισμό γύρω στο 1600 στα βράχια της Μούργκας και έχτισαν το Τετραχώρι.

Για πρώτη φορά οι Σουλιώτες εγκατέλειψαν το Σούλι μετά την πολιορκία του Αλή Πασά των ετών 1800-1803 και οι περισσότεροι βρήκαν καταφύγιο στην Κέρκυρα. Το 1820 μετά την συμμαχία τους με το Ισμαήλ Πασά επιστρέφουν για να αρχίσει ξανά η αναμέτρηση με τον τούρκικο στρατό το 1822 όπου και στις 2 Σεπτεμβρίου  του ίδιου έτους εγκατέλειψαν οριστικά το Σούλι.

Σήμερα αυτό που θυμίζει το ηρωικό παρελθόν του Σουλίου είναι η θέση Κούγκι όπου ο ηγούμενος μοναχός Σαμουήλ ανατίναξε το μοναστήρι για να μην πέσει στα χέρια των Τούρκων, απέναντι ακριβώς από το γραφικό εκκλησάκι του Αγίου Δονάτου που χτίστηκε το 1793. Εκεί  κάθε χρόνο, την τελευταία Κυριακή του Μαΐου γίνεται αναπαράσταση του ολοκαυτώματος.

Αφήνουμε πίσω μας τα λίγα πέτρινα σπίτια του χωριού εκ των οποίων τα περισσότερα είναι ερημωμένα και έχουν πάρει το χρώμα της γης. Από τα παλιά σουλιώτικα σπίτια σώζονται μόνο δύο ενώ σήμερα στο Σούλι κατοικούν λίγες οικογένειες κτηνοτρόφων. Να σημειώσουμε ότι ο οικισμός του Σουλίου έχει ανακηρυχθεί διατηρητέος.

Επόμενη στάση μας το Τσαγγάρι. Η λέξη Τσαγγάρι μάλλον προέρχεται από την λέξη ‘’gora’’ που θα πει βουνό και το πρόθεμα ‘’Za’’ που θα πει πίσω από το βουνό. Μαζί με το Ιλλυρικό άρθρο i  γίνεται Zagari  που σημαίνει τοποθεσία πίσω από το βουνό. Είναι ένας μικρός οικισμός με 173 κατοίκους και με τον ιερό ναό της Αγίας Παρασκευής που έχει κτιστεί με πελεκητή πέτρα να δεσπόζει στην πλατεία του. Στα νοτιοανατολικά του χωριού υπάρχει και ο Άγιος Δημήτριος ο οποίος είναι αχρονολόγητος.

Μετά το Τσαγγάρι πήραμε τον δρόμο που μας έβγαλε στον Αυλότοπο που παλαιότερα ονομαζόταν Γλαβίτσα. Είναι ένα χωριό χτισμένο πάνω σε έναν λόφο με 233 κατοίκους έχοντας μία παλιά εκκλησία, την Αγία Κυριακή και εφτά εξωκλήσια. Στον Αυλότοπο υπάρχει και η πηγή ‘’Βλυτούρου’’  στους πρόποδες του βουνού, ανατολικά του χωριού. Το νερό της πηγής αυτής αποκαλείται “Μάνα του νερού” και είναι από τα καλύτερα της Ελλάδας, γιατί από την ανάλυση του, αποδείχτηκε ότι έχει όλα τα

 

απαραίτητα ενός άριστου νερού ιχνοστοιχεία, είναι εύγεστο και χωνευτικό ενώ χαρακτηρίζεται ιάσιμο για τους νεφροπαθείς.

Το επόμενο χωριό είναι οι Κουκουλιοί και πρέπει να ονομάστηκε έτσι γιατί η τοποθεσία μοιάζει με την θήκη του μεταξοσκώληκα, το κουκούλι, γιατί κουκουλώνεται από τα γύρω βουνά. Σ΄ αυτό το μικρό χωριό των 112 κατοίκων μας περιμένει μία ευχάριστη έκπληξη. Φτάνοντας σχεδόν στο τέλος του χωριού το τοπίο ξαφνικά γίνεται λευκό ενώ τώρα πια το χιόνι έχει πάρει την θέση της βροχής. Όσο προχωράμε το χιόνι γίνεται πιο πυκνό…

Αίφνης, πάνω σε μια στροφή αντικρίζουμε έναν γέροντα ο οποίος φορτωμένος με ξύλα κατεβαίνει από το βουνό. Το ίδιο έκπληκτος με μας σταμάτησε για μια στιγμή ενώ η αμηχανία και η περιέργεια  ήταν ολοφάνερα ζωγραφισμένη στο ρυτιδιασμένο πρόσωπο του. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είχαμε δει εδώ και αρκετές ώρες… και εμείς πρέπει να ήμασταν οι μοναδικοί ξένοι άνθρωποι που είχε δει τους τελευταίους μήνες. Αφού ανταποδώσαμε στον συμπαθέστατο γέροντα τον χαιρετισμό συνεχίσαμε για λίγα μέτρα στον χιονισμένο δρόμο για να κάνουμε στροφή 180 μοιρών λίγο πιο πάνω ώστε να πάμε και στο τελευταίο χωριό του Σουλίου, την Φροσύνη.

Παλιότερα αυτό το χωριό των 170 κατοίκων λεγόταν Κορύστιανη πιθανά από την λέξη κορύτος που σημαίνει κοιλότητα σκαλισμένη σε κορμό δέντρου ή σε πέτρα για συλλογή νερού ώστε να ποτίζονται τα ζώα ή τα πτηνά. Πράγματι η τοποθεσία της Φροσύνης μοιάζει με λεκάνη. Σ΄ αυτό το χωριό, όπως εξάλλου και στα υπόλοιπα του Σουλίου οι κάτοικοι ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την κτηνοτροφία.

 

Ενώ διασχίζουμε το χωριό ξαφνικά ο δρόμος σταματάει πίσω από μερικά σπίτια ενώ ένα μονοπάτι που συνεχίζει από κει οδηγεί σε έναν χείμαρρο. Αυτό ήταν και το τέλος της διαδρομής μας στα χωριά του Σουλίου. Έτσι μετά από μία στάση λίγων λεπτών αποφασίζουμε για την επιστροφή μας. Και ενώ το τοπίο άλλοτε μας γαληνεύει με τις αποχρώσεις του πράσινου και άλλοτε μας αγριεύει με τους ορεινούς του όγκους σαν οπτική μελωδία εμφανίστηκε ένα μικρό σπιτάκι μπροστά μας που είχε για συντροφιά ένα δέντρο ντυμένο στα ροζ…  ήταν μία εικόνα που μόνο η φύση μπορούσε να δημιουργήσει.

 

Υ.Γ.  Κάποια από τα στοιχεία για τα χωριά του Σουλίου τα αντλήσαμε από το βιβλίο του Ελευθέριου Διαμαντή ‘’Σκάπετα Σουλίου – Το Σημερινό Σούλι’’.

 

Κείμενο – Φωτογραφία : Φώτης Μαραζόπουλος (Το κείμενο είχε γραφτεί για να δημοσιευθεί στο περιοδικό ΓΕΩΤΡΟΠΙΟ της Ελευθεροτυπίας αλλά δεν προλάβαμε….)

Για να μην χάνετε τις σημαντικότερες ειδήσεις, καθημερινά θα σας στέλνουμε στο email σας τις αναρτήσεις της ημέρας. Σας ευχαριστούμε που μας εμπιστεύεστε για την ενημέρωση σας!
Holler Box
Αρέσει σε %d bloggers: