Οι αποικίες των Ηλείων στην Ήπειρο – Σύντομη ιστορική αναδρομή (Α ΄ μέρος)

Της Κωνσταντίνας Ζήδρου (αρχαιολόγος)

Οι αποικίες των Ηλείων στην Ήπειρο – Σύντομη ιστορική αναδρομή (Α ΄ μέρος)

Οι ελάχιστες πληροφορίες στις γραπτές πηγές, όπως και τα περιορισμένα αρχαιολογικά δεδομένα αποτελούν παράγοντα ανάσχεσης της αναλυτικής σκιαγράφησης της ιστορικής διαδρομής των αποικιών των Ηλείων στην Ήπειρο. Την ήδη θολή εικόνα περιπλέκει επιπλέον το γεγονός ότι η κάθε θέση ακολούθησε τη δική της ανεξάρτητη πορεία. Ωστόσο και οι τέσσερις παρουσιάζουν αρκετά κοινά στοιχεία συνολικά, καθώς εξυπηρετούν παρόμοιους σκοπούς, απειλούνται από τους ίδιους εχθρούς, ακμάζουν και παρακμάζουν σχεδόν ταυτόχρονα και οργανώνονται με παρόμοιο τρόπο. Επομένως, μπορεί να καταστεί εφικτή η παρακολούθηση της κοινής ιστορικής τους πορείας σε γενικές γραμμές.

Άποψη της περιοχής της αρχαίας Κασσωπαίας όπου βρίσκονται και οι αποικίες των Ηλείων

            Τα πρώτα ίχνη ανθρώπινης παρουσίας στην περιοχή ελέγχου των αποίκων, δηλαδή στις πεδιάδες του Αχέροντα, του Λούρου και του Θεσπρωτικού, ανάγονται στην παλαιολιθική περίοδο. Βέβαια, η κατοίκηση ανιχνεύεται αδιάκοπα και με περισσότερα στοιχεία από την εποχή του χαλκού και έπειτα. Οι Ηλείοι άποικοι εγκαταστάθηκαν αρκετά αργότερα, πιθανότατα στα τέλη της γεωμετρικής ή στις αρχές της αρχαϊκής περιόδου, δηλαδή στα τέλη του 8ου ή στις αρχές του 7ου π.Χ. αι. και προτού εμφανιστούν οι Κορίνθιοι. Ωστόσο, για την ακριβή περίοδο έναρξης του αποικισμού δεν υπάρχουν ούτε μαρτυρίες στις γραπτές πηγές ούτε αρχαιολογικά στοιχεία, παρά μόνο γενικότερες πληροφορίες για τον ελλαδικό χώρο, τον αποικισμό και τις περιόδους μεγάλης κινητικότητας. Πρώτα ιδρύεται η Πανδοσία και το Βουχέτιο, στα τέλη του 6ου αιώνα ή και λίγο νωρίτερα η Ελάτεια και τελευταίες οι Βατίες στην κλασική εποχή και οπωσδήποτε πριν από τα μέσα του 4ου π.Χ. αι., οπότε ο Φίλιππος Β΄ της Μακεδονίας επενέβη στις Ηπειρωτικές υποθέσεις και υπέταξε τις αποικίες.

            Έτσι στην περιοχή, μετά την εγκατάσταση των αποίκων, συνυπάρχουν, ειρηνικά, τα προϋπάρχοντα Θεσπρωτικά φύλα, με κυρίαρχους τους Κασσωπαίους και οι νεοφερμένοι. Οι Ηλείοι, με τη σειρά τους, εντοπίζονται στην Πελοπόννησο κατά τον 12ο π.Χ. αιώνα. Ωστόσο, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Εφόρου, όπως τη διασώζει ο Στράβωνας, καταγόταν από την Αιτωλία. Βέβαια, στην Πελοπόννησο δέχτηκαν την καίρια επίδραση των προϋπαρχόντων Αχαιών, οι οποίοι είχαν αναπτύξει έναν εξαιρετικά εξελιγμένο πολιτισμό κατά τη μυκηναϊκή περίοδο. Κατά συνέπεια και οι Ηλείοι, εξαιτίας της μακραίωνης επαφής και συνύπαρξης με τους Αχαιούς, δημιούργησαν τον δικό τους ξεχωριστό πολιτισμό, σημαντικά πιο ανεπτυγμένο από τον αντίστοιχο των Ηπειρωτών.  

Το θέατρο της Κασσώπης

            Ακριβώς αυτόν τον πολιτισμό και την περισσότερο εξελιγμένη αλλά και οικεία πολιτική, οικονομική και κοινωνική οργάνωση της μητρόπολης ακολούθησαν οι αποικίες των Ηλείων στην Ήπειρο. Η Πανδοσία λειτουργούσε ως το διοικητικό τους κέντρο, όπως προκύπτει από τον χαρακτηρισμό της, στον κατάλογο τωνΘεοροδόχων της Επιδαύρου, ως αυτόνομη πόλη, αντίστοιχη με την Κασσώπη αλλά και ως το δεύτερο πολιτικό κέντρο της περιοχής, όπως και από την αναγνώριση και τα ιδιαίτερα προνόμια που απολάμβανε από τους Ρωμαίους κατακτητές.

            Η κοινωνική οργάνωση των Ηλείων, ο συντηρητικός τους χαρακτήρας και οι εύφορες και κατάλληλες για την ανάπτυξη της γεωργίας και της κτηνοτροφίας εκτάσεις που περιέβαλλαν τις θέσεις συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας αγροτικής οικονομίας και κατ’ επέκταση ενός αγροτικού τρόπου ζωής, ήδη από την ίδρυση των αποικιών. Εκτός από τη γεωργία, σημαντικός παράγοντας υπήρξε και η κτηνοτροφία, καθώς η περιοχή με τις ομαλές εκτάσεις, τα πολλά υπέργεια ύδατα και τους ήπιους χειμώνες ευνοεί την εκτροφή ζώων, κυρίως βοοειδών. Ελλείψει μαρτυριών, ως επιχειρήματα μπορούν να προβληθούν η μετακίνηση και διαχείμαση των νομαδικών φύλων της Πίνδου, η ετυμολογία του ονόματος του Βουχετίου, που σημαίνει θέση είτε πλούσια είτε κατάλληλη για βοοειδή, οι σχετικοί τοπικοί μύθοι αλλά και η παράδοση ότι τα βόδια του Γηρυόνη βρίσκονταν στη συγκεκριμένη περιοχή και εκεί τα αναζήτησε ο Ηρακλής. Σημαντική οικονομική παράμετρος θεωρείται και η αλιεία, τόσο στον πλούσιο σε ποικιλία και αριθμό ιχθύων Αμβρακικό όσο και στα ποτάμια. Τέλος, περίφημη χαρακτηρίζεται και η Ηπειρωτική ξυλεία, ενώ τα ρεύματα των ποταμών διευκόλυναν τη μεταφορά της στις ακτές, προκειμένου για την εξαγωγή της.  

Άποψη της Πανδοσίας (προέρχεται από το διαδίκτυο (www.atpreveza.gr/)

            Οι αποικίες, έως τα μέσα του 5ου π.Χ. αι., εμφανίζονται ατείχιστες, όπως αποδεικνύεται από τα αρχαιότερα σωζόμενα τείχη στο Βουχέτιο, την Ελάτεια και την Πανδοσία, αναγόμενα περίπου στα μέσα του συγκεκριμένου αιώνα, διατηρώντας εν μέρει την ανεξαρτησία και την αυτοδιοίκησή τους αλλά πάντα υπό τον έλεγχο της μητρόπολης. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει τις αρμονικές και ειρηνικές σχέσεις ανάμεσα στους γηγενείς κατοίκους και τους Ηλείους. Η παραπάνω θέση ενισχύεται επιπλέον από τη μαρτυρία του Θουκυδίδη για την αποστολή βοήθειας στους Κορινθίους από τους Ηπειρώτες, καθώς οι τελευταίοι ήταν φιλικά διατεθειμένοι απέναντί τους, λίγο πριν από τη ναυμαχία στα Σύβοτα, η οποία διεξήχθη το 433 π.Χ. και αποτέλεσε μια από τις αφορμές του Πελοποννησιακού πολέμου. Εκτός όμως από τους Ηπειρώτες και οι Ηλείοι άποικοι συμμετείχαν με 10 πλοία στη ναυμαχία, σύμφωνα και πάλι με τον ιστορικό. Βέβαια, γενικά και οι Ηλείοι της μητρόπολης κατοικούσαν σε ατείχιστες κώμες και πόλεις έως τον 5ο π.Χ. αι., οπότε και συνοικίστηκαν, ενώ παράλληλα οχύρωσαν τις νέες τους πόλεις, σύμφωνα με τον Στράβωνα, τον Παυσανία και τον Πολύβιο. Ακολουθώντας επομένως το παράδειγμα της μητρόπολης, οι Ηλείοι άποικοι της Ηπείρου ίδρυσαν τις αποικίες τους σε ατείχιστες, στρατηγικής όμως σημασίας  θέσεις ώστε να μπορούν να ελέγχουν τις πεδινές εκτάσεις της Κασσωπαίας. Οι φιλικές σχέσεις με τους γηγενείς κατοίκους αλλά και οι αντίστοιχες ατείχιστες οικιστικές μονάδες των Ηπειρωτών δε δημιούργησαν την ανάγκη οχύρωσης των αποικιών νωρίτερα.

Άποψη του Βουχετίου (προέρχεται από το διαδίκτυο (www.visitpreveza.gr)

            Κατά τον ίδιο αιώνα, τον 5ο π.Χ., παράλληλα με την αστικοποίηση των αποικιών πραγματοποιείται και η δυναμική είσοδός τους στον τομέα του εμπορίου, όπως αποδεικνύεται από τη σημαντική δημογραφική αύξηση στις κατεξοχήν εμπορικές θέσεις του Βουχετίου και της Πανδοσίας. Αντίθετα, η Ελάτεια και οι Βατίες εξακολουθούν να παραμένουν κατά βάση αγροτικές. Εξάγουν λάδι, κρασί, δημητριακά, μαλλί, δέρματα και άφθονη ξυλεία, ενώ εισάγουν όπλα, κοσμήματα, αγγεία και ποικίλα χρηστικά προϊόντα της περισσότερο εξελιγμένης βιοτεχνίας της νοτίου Ελλάδας. Συνολικά, οι αποικίες διατηρούσαν στενές σχέσεις και επαφές τόσο μεταξύ τους, λόγω και της μικρής σχετικά απόστασης ανάμεσά τους, όπως και με τους όμορους Κασσωπαίους και άλλα Ηπειρωτικά φύλα όσο και με τη μητρόπολη, άποψη που προκύπτει από τη συμμετοχή τους σε επιχειρήσεις των Κορινθίων, συμμάχων των Ηλείων, πριν από την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου και γενικά με τη νότια Ελλάδα μέσω της μητρόπολης.

Άποψη του τείχους της αρχαίας Ελάτειας ή Ελάτρειας (προέρχεται από το διαδίκτυο http://romiazirou.blogspot.com)