Η ΝΑ εσωτερική ακρόπολη –Ίτς Καλέ – του Κάστρου των Ιωαννίνων

Άρθρο – Αφιέρωμα: Της Κωνσταντίνας Ζήδρου (Αρχαιολόγος)

Η ΝΑ ακρόπολη του κάστρου αποτελεί τον χώρο όπου συγκροτήθηκε ο πρώτος οικιστικός πυρήνας της πόλεως των Ιωαννίνων. Σήμερα είναι γνωστή ως Ίτς Καλέ ή εσωτερική ακρόπολη. Έχει έκταση 40 000μ2. Βρίσκεται επάνω σε έναν ασβεστολιθικό βράχο, λιγότερο όμως απότομο σε σχέση με τον αντίστοιχο της ΒΑ ακρόπολης, στη ΝΑ γωνία του κάστρου και σε υψόμετρο 17μ. επάνω από τη λίμνη. Περιβάλλεται και απομονώνεται από ισχυρό ξεχωριστό τείχος, λειτουργώντας ως ένα αυτοτελές φρούριο. Διακρίνεται σε δυο υψομετρικά επίπεδα και περιλαμβάνει τον χώρο του σαραγιού του Αλή πασά, με όλα τα βοηθητικά οικοδομήματα, τον τάφο του, διάφορες στρατιωτικές εγκαταστάσεις, κυβερνητικά κτήρια, καθώς και ένα τζαμί.

Η κεντρική πύλη της ακρόπολης

Η ιστορική πορεία της ΝΑ ακρόπολης εντάσσεται στη γενικότερη ιστορική πορεία του κάστρου και εν μέρει ταυτίζεται με αυτή, καθώς αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του. Ωστόσο, ακολούθησε και την ιδιαίτερη διαδρομή της, η οποία σκιαγραφείται μερικώς μέσα από τα ελάχιστα στοιχεία των πηγών, τα αρχαιολογικά και τοπογραφικά δεδομένα.

Πιο συγκεκριμένα, οι απαρχές κατοίκησης της χερσονήσου τοποθετούνται στην κλασική εποχή. Τα ευρήματα πληθαίνουν, τόσο σε αριθμό όσο και σε σημασία, κατά την επόμενη ελληνιστική περίοδο, αποδεικνύοντας όχι απλώς την ύπαρξη ανθρώπινης παρουσίας αλλά και μιας κραταιής οχυρωμένης οικιστικής μονάδας. Έκτοτε, από τη ρωμαϊκή κατάκτηση και έως τα τέλη του 9ου αι., ακολουθεί η «σκοτεινή»περίοδος της ιστορικής διαδρομής της χερσονήσου, η οποία χαρακτηρίζεται από ολοκληρωτική έλλειψη μαρτυριών και αρχαιολογικών δεδομένων.

Άποψη των εξωτερικών τειχών της οχυρής δυτικής πλευράς

Στις αρχές του 10ου αι., ανάγεται η πρώτη σαφής μαρτυρία που επιβεβαιώνει την ίδρυση της πόλης στα τέλη του 9ου αρχές 10ου αι. Πρόκειται για ένα Τακτικό των ετών 901 -907, όπου αναφέρονται οι επισκοπές που υπάγονται στο μητροπολίτη Ναυπάκτου και ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και εκείνη των Ιωαννίνων. Ο πρώτος λοιπόν μικρός οικιστικός πυρήνας οργανώθηκε στο ΝΑ ύψωμα της χερσονήσου, λόγω της φυσικά οχυρής θέσης του σε σύγκριση με την υπόλοιπη χερσόνησο, της μορφολογίας του, καθώς ήταν αρκετά ομαλότερο και μεγαλύτερο σε έκταση σε σχέση με το παράλληλο ΒΑ ύψωμα, χωρίς να υπάρχουν περισσότερα στοιχεία για την έκταση, τη μορφή και την οργάνωσή του. Παράλληλα, το αντίστοιχο ΒΑ, εξαιτίας της θέσης και της οχυρότητάς του, διαμορφώθηκε σε ακρόπολη.

Κατά το έτος 1082, τα Γιάννενα κατελήφθησαν από τον Βοημούνδο πρίγκιπα του Τάραντα, σύμφωνα με τη μαρτυρία της Άννας Κομνηνής. Έτσι, στην «Αλεξιάδα» αναφέρεται ότι ο Νορμανδός πρίγκιπας ανέσκαψε μεγάλη τάφρο περιμετρικά της πόλης, εγκατέστησε τον στρατό του σε επίκαιρες θέσεις, επιθεώρησε τα υπάρχοντα τείχη και θεωρώντας πως η ακρόπολη δεν ήταν αρκετά ισχυρή, αποφάσισε όχι μόνο να την ενισχύσει αλλά να κατασκευάσει και μια δεύτερη σε πιο οχυρό και κατάλληλο σημείο της χερσονήσου. Πρόκειται για την πρώτη βέβαιη μνεία της ύπαρξης κάστρου στη χερσόνησο, αρκετά ισχυρού μάλιστα και με ακρόπολη, το οποίο εκτίμησε ο Βοημούνδος και αποφάσισε να το ενισχύσει προκειμένου να εγκατασταθεί σε αυτό. Έτσι, το ΝΑ ύψωμα, έως και την περίοδο άφιξης του Νορμανδού πρίγκιπα, εξακολουθούσε να φιλοξενεί τον πρώτο, συνεχώς εξελισσόμενο και αυξανόμενο σε μέγεθος, οικιστικό πυρήνα της πόλης. Ακριβώς λοιπόν αυτό το ΝΑ ύψωμα οχύρωσε σε ανεξάρτητη ακρόπολη, τειχίζοντας το ισχυρά και ενισχύοντας το με πύργους ο Βοημούνδος, όπως απέδειξε η αρχαιολογική έρευνα.

Άποψη του μεγάλου κυκλικού πύργου και του τείχους τα οποία αποδίδονται στον Νορμανδό πρίγκιπα Βοημούνδο

Η ΝΑ ακρόπολη εξακολούθησε με τη μορφή που της έδωσε ο Βοημούνδος, χωρίς καμία μεταβολή, έως τις αρχές του 13ου αι., οπότε και με την καθοριστική συμβολή του ιδρυτή του Ανεξάρτητου Κράτους της Ηπείρου Μιχαήλ Α΄ Κομνηνού Δούκα πραγματοποιήθηκε μια  ριζική ανακαίνιση στην πόλη των Ιωαννίνων. Αυτή περιλάμβανε τόσο την κατασκευή ενός νέου τμήματος προκειμένου να στεγαστούν εκεί οι νεοαφιχθέντες πρόσφυγες όσο και την ανέγερση ενός ευρύτερου περιβόλου, ο οποίος κάλυπτε πολλαπλάσια έκταση από τον προϋπάρχοντα, με σκοπό να συμπεριλάβει το σύνολο των οικιών και αυτών των προσφύγων. Ωστόσο και τότε, η ΝΑ ακρόπολη δεν υπέστη σημαντικές αλλαγές και συνέχισε την ιστορική της πορεία με τη μορφή που είχε λάβει στα τέλη του 11ου αι. Η μοναδική αξιοσημείωτη μεταβολή συνίσταται στη μεταφορά του ανακτόρου και του διοικητικού κέντρου της πόλης στην παράλληλη και πιο οχυρή ΒΑ ακρόπολη. Παρόλα αυτά, η σημασία της δεν περιορίζεται. Στον οχυρωμένο χώρο της, ιδρύεται η μητρόπολη της πόλης, ο περίφημος, από τις πηγές, ναός αφιερωμένος στον πολιούχο αρχάγγελο Μιχαήλ. Επιπλέον, υπάρχουν και άλλοι ναοί, όπως ο επίσης γνωστός, από τις πηγές, αφιερωμένος στον Παντοκράτορα. Μετά την προαγωγή της πόλης σε μητρόπολη, δίπλα από το μητροπολιτικό ναό ιδρύθηκε και το μητροπολιτικό μέγαρο. Παράλληλα, αρκετές κατοικίες αρχόντων και ευγενών δεσπόζουν στον χώρο. Έτσι, με τη συγκεκριμένη μορφή και λειτουργία, ως δηλαδή το θρησκευτικό κέντρο της υστεροβυζαντινής πόλης και για ένα διάστημα ολόκληρου του Δεσποτάτου, θα συνεχίσει καθ’ όλη τη βυζαντινή περίοδο.

Μετά την οθωμανική κατάκτηση του 1430 και έως το 1611 δε θα σημειωθεί καμία άξια λόγου μεταβολή. Έτσι, στην ακρόπολη θα εξακολουθήσουν να διαμένουν οι ευπορότεροι Έλληνες γαιοκτήμονες. Ο πρώτος ιστορικός σταθμός που ορίζει το τέλος της μακραίωνης πορείας του βυζαντινού κάστρου εντοπίζεται στο πρώτο τέταρτο του 17ου αι. και πιο συγκεκριμένα στο έτος 1611. Αφορμή στάθηκε το αποτυχημένο επαναστατικό κίνημα του επισκόπου Τρίκκης Διονυσίου του Φιλοσόφου. Ως άμεση συνέπειά του,  κατεδαφίστηκαν τα βυζαντινά δημόσια οικοδομήματα και οι ναοί στον οικισμό του κάστρου, όπως και στις δυο ακροπόλεις και  εκδιώχθηκαν οι χριστιανοί κάτοικοι, ενώ στον χώρο εγκαταστάθηκαν πλέον αποκλειστικά Οθωμανοί. Οπωσδήποτε, από το μένος των κατακτητών δε θα ξέφυγαν τα βυζαντινά αρχοντικά της ΝΑ ακρόπολης και οι σημαντικοί ναοί που βρίσκονταν εκεί. Ωστόσο, τα βυζαντινά τείχη αλλά και τα αντίστοιχα της ΝΑ ακρόπολης εξαιρέθηκαν από τις καταστροφές και τις πυρπολήσεις. Μετά την απομάκρυνση των χριστιανών όμως, σταμάτησε η μέριμνα και οι επισκευές και αφέθηκαν στη φθορά του χρόνου, όπως αποδεικνύεται από τη μαρτυρία του Τσελεμπή, ο οποίος, το 1670, βρήκε τη θέση ακόμη οχυρωμένη με μικρά και χαμηλά τείχη. Επιπλέον, φαντάζει πιθανή η υπόθεση να κατεδαφίστηκε και τμήμα του περιβόλου ώστε να εκλείψει κάθε δυνατότητα οργάνωσης αντίστασης στο συγκεκριμένο χώρο ή και προκειμένου να αυξηθεί η έκταση για την ανέγερση νέων κατοικιών. Ωστόσο, ορισμένες από τις πολυτελείς οικίες των βυζαντινών αρχόντων διατηρούνταν ακόμη, καθώς ο ίδιος περιηγητής συνάντησε ψηλές, τρανές, αριστοτεχνικές κατοικίες με θέα στη λίμνη, εξαιρετικό ορίζοντα και χτισμένες όλες στο ίδιο μέγεθος. Τα εντυπωσιακά αυτά οικοδομήματα δεν μπορεί να κτίστηκαν από τους Οθωμανούς των κατώτερων οικονομικά τάξεων που εγκαταστάθηκαν στο κάστρο, όπως προκύπτει από το γεγονός ότι αυτό δε θεωρούνταν από τις καλύτερες συνοικίες λόγω έλλειψης χώρου, αλλά προϋπήρχαν. Μαζί με τις οικίες και τα ερειπωμένα τείχη, σώζονταν λείψανα πιθανότατα του μητροπολιτικού ναού, ο οποίος είχε μετασκευαστεί σε τζαμί, ένα εντυπωσιακό πλίνθινο καμπαναριό και άγνωστο ποια άλλα οικοδομήματα.

Το Φετιχιέ τζαμί. Στη ΒΔ γωνία του, διακρίνεται ο τάφος του Αλή πασά με το σύγχρονο κιγκλίδωμα.

Ο επόμενος 18ος αι. αποτελεί για την πόλη μια περίοδο μεγάλης ακμής και γενικότερης ανόδου, ενώ το τέλος του σφραγίζεται από τον επίσημο διορισμό του Αλή Τεπελενλή ως πασά των Ιωαννίνων Ο φιλόδοξος αυτός διοικητής, λίγα χρόνια αφότου ανέλαβε τη διοίκηση του πασαλικίου, επέλεξε την ΝΑ ακρόπολη για να χτίσει το πολυτελές σαράι του με πλήθος βοηθητικών χώρων. Έως τη συγκεκριμένη περίοδο, ο χώρος διατηρούσε ακόμη τις διαστάσεις της βυζαντινής εποχής, ήταν δηλαδή μια τειχισμένη ακρόπολη με ιδιωτικές οικίες. Βέβαια, ο οικισμός είχε ήδη προεκταθεί εκτός των ορίων του περιβόλου, ενσωματώνοντας παράλληλα και τα μεσαιωνικά τείχη. Μετά το 1795 οπότε και αρχίζουν οι εργασίες του βεζύρη, οι οικίες κατεδαφίζονται, αφού είχαν εξαγοραστεί υποχρεωτικά, μαζί με τα ερειπωμένα τείχη και τα εναπομείναντα σωζόμενα βυζαντινά κτήρια, ο χώρος ισοπεδώνεται, επιχωματώνεται με τόνους υλικών, εξομαλύνεται, γίνεται πιο ευπρόσιτος και προεκτείνεται ΝΔ σε βάρος του οικισμού. Έτσι, η έκταση της ακρόπολης αυξάνεται κατά έξι φορές. Στη συνέχεια, αναγείρεται το σαράι με πλήθος βοηθητικών χώρων στο α΄ υψομετρικό επίπεδο, ενσωματώνοντας και το μοναδικό σωζόμενο βυζαντινό πύργο με τα ελάχιστα τμήματα τείχους σε μια από τις πτέρυγές του. Αντίστοιχα στο β΄ υψομετρικό επίπεδο, κατασκευάζονται στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Τέλος, τειχίζεται ισχυρά η νέα ακρόπολη, σύμφωνα με τις σύγχρονες εξελίξεις της οχυρωματικής. Έκτοτε, η ΝΑ ακρόπολη θα αποτελέσει το Ίτς Καλέ των Οθωμανών

Κατά τη διάρκεια της δίχρονης πολιορκίας του Αλή πασά από τα σουλτανικά στρατεύματα, η πλειονότητα των κτήρίων υπέστησαν ζημιές, ενώ μετά την πτώση του η ακρόπολη σταδιακά εγκαταλείφθηκε. Μετά την απελευθέρωση της πόλης, ο χώρος λεηλατήθηκε από τις λαθρανασκαφές για την ανακάλυψη των θησαυρών του πασά. Σημαντικές καταστροφές υπέστησαν τα μνημεία και κατά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Στη συνέχεια, η ακρόπολη πέρασε στην δικαιοδοσία του στρατού, που αλλοίωσε σημαντικά την μορφή της, για να παραδοθεί μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 70 στη Εφορεία Αρχαιοτήτων. Έκτοτε, ξεκινούν σταδιακά οι ανασκαφές και οι εργασίες συντήρησης και ανάδειξης του χώρου που συνεχίζονται μέχρι σήμερα. 

Άποψη τμήματος του α΄ υψομετρικού επιπέδου της ακρόπολης. Διακρίνονται σωζόμενες, σε επίπεδο θεμελίων, τοιχοποιίες

Αναφορικά με τη μνημειακή τοπογραφία του ΝΑ υψώματος, περιβάλλεται και απομονώνεται από ισχυρό ξεχωριστό περίβολο, που του δίνει τη μορφή αυτοτελούς φρουρίου. Το ιδιαίτερα ισχυρό τείχος ανήκει στην περίοδο ανάμεσα στο 1815 -1820 και κατασκευάστηκε με εντολή του Αλή πασά για να προστατέψει το σαράι του, τα υπόλοιπα κτήρια και τις υπηρεσίες που στεγάζονταν στην ακρόπολη, τη φρουρά και το στρατό του με τις εγκαταστάσεις τους, για να καταστήσει τη νέα διευρυμένη θέση απόρθητη αλλά και για να δημιουργήσει ένα οχυρωματικό έργο το οποίο θα μπορούσε να υπερασπιστεί ολόκληρη την πόλη. Η κατασκευή του πραγματοποιήθηκε σε μια φάση και αποτελεί ένα από τα τελευταία οχυρωματικά έργα του πασαλικίου. Σε γενικές γραμμές, ακολουθείται το απλοποιημένο προμαχωνικό σύστημα και μάλιστα η ιταλική σχολή, ενώ θεωρείται σχεδόν βέβαιο ότι τα τείχη του Ίτς Καλέ σχεδιάστηκαν από ευρωπαίο μηχανικό. Πρόκειται για έναν ακανόνιστα πολυγωνικό περίβολο με φυσικά οχυρή την ανατολική πλευρά, η οποία, μαζί με τη νότια, ταυτίζονται με τον εξωτερικό περίβολο. Το ύψος και το πάχος των τειχών ποικίλουν από πλευρά σε πλευρά, με τις μεγαλύτερες διαστάσεις να απαντούν στην περισσότερο ευπρόσβλητη δυτική. Τρεις ακέραιοι προμαχώνες και ένας μερικά σωζόμενος επιλίμνιος στη νότια πλευρά, όπως και οι τυφεκιοθυρίδες με τις κανονιοθυρίδες αυξάνουν την οχυρότητά του. Η τειχοδομία, αντίστοιχη με του εξωτερικού περιβόλου, επιβεβαιώνει τη χρονολόγηση. Στο εσωτερικό της δυτικής πλευράς και στο πάχος των τειχών, ανοίγονται στοές ή εφάπτονται οικοδομήματα τα οποία λειτουργούσαν ως βοηθητικοί ή στρατιωτικοί χώροι.

Σε αντίθεση με τον εξωτερικό περίβολο και τη ΒΑ ακρόπολη, όπου μαζί με τους βυζαντινούς πύργους σώζονται διάσπαρτα μεν αλλά σημαντικού μήκους τμήματα τειχών της ίδιας περιόδου, στη ΝΑ ακρόπολη η άλλοτε κραταιή βυζαντινή οχύρωση εκπροσωπείται αποκλειστικά από έναν πύργο, λείψανα ενός δευτέρου και δυο, μικρού μήκους, τμήματα τείχους. Αντιστρόφως ανάλογη όμως των ελαχίστων σωζόμενων τμημάτων είναι η σημασία τους. Έτσι, ο βυζαντινός πύργος, με το εφαπτόμενο σε αυτόν τείχος στην ανατολική και νότια πλευρά του, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι αποτελούσε γωνιακό πύργο. Επομένως, στο συγκεκριμένο σημείο ορίζεται ολοφάνερα η έκταση και το σχήμα της βυζαντινής οχύρωσης. Επιπρόσθετα, τα λείψανα του έτερου παράλληλου πύργου οριοθετούν την ακρόπολη και από την αντίστοιχη ανατολική πλευρά. Αναφορικά με τον πρώτο πύργο, υψώνεται στο ήμισυ περίπου της δυτικής πλευράς του πρώτου υψομετρικού επιπέδου του Ίτς Καλέ, στη ΝΔ γωνία του σύγχρονου ναού των Αγίων Αναργύρων. Πρόκειται για έναν εντυπωσιακό, ογκώδη, κυκλικό, τριώροφο πύργο, ο οποίος διασώζει το αρχικό ύψος του. Στην ανατολική και νότια πλευρά του έχει ενσωματωθεί στην παρακείμενη πτέρυγα του σαραγιού και έτσι έχει υποστεί εκτεταμένες αλλοιώσεις. Ο δεύτερος πύργος βρίσκεται σε ακριβώς παράλληλη θέση με τον προηγούμενο, στην ανατολική πλευρά της ακρόπολης και πλησίον του τείχους. Τοποθετείται λίγο νοτιότερα του κτηρίου των μαγειρείων, ανάμεσα σε αυτό και το παρακείμενο του συγκρότημα οικοδομημάτων. Σώζεται σε επίπεδο θεμελίων. Και οι δυο πύργοι χρονολογήθηκαν, σύμφωνα με τη μορφή, το σύνολο των μαρτυρίων και των αρχαιολογικών δεδομένων αλλά και ανάλογες συγκρίσεις, στον 11ο αι. και αποδόθηκαν στον Νορμανδό πρίγκιπα Βοημούνδο.

Άποψη τμήματος του δευτέρου υψομετρικού επιπέδου. Διακρίνονται στοές, οι οποίες ανοίγονται, εσωτερικά, στο πάχος των τειχών

Η επικοινωνία της εσωτερικής ακρόπολης με τον οικισμό του κάστρου αλλά και την πόλη των Ιωαννίνων καθίστατο εφικτή μέσω τεσσάρων πυλών και μιας πυλίδας. Οι πύλες της ακρόπολης είναι σύγχρονες με τα τείχη της και ανάγονται στην περίοδο ανάμεσα στο 1815-1820. Μορφολογικά, προσομοιάζουν με τις πύλες του εξωτερικού περιβόλου. Οι ομοιότητες συνίστανται στο τοξωτό σχήμα τους, το επιμελημένο πλαίσιο και το ημικύκλιο που της επιστέφει, εντός του οποίου υπάρχουν μαρμάρινες πλάκες με επιγραφές και ανάγλυφους λέοντες που αποτελούσαν τα σύμβολα του Αλή. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό τους είναι ότι κάθε πύλη προστατεύεται και ενισχύεται από έναν προμαχώνα.

Στο εσωτερικό του Ίτς Καλέ σώζονται ποικίλα οικοδομήματα, τα οποία ανάγονται, όπως και το σύνολο των κατασκευών, στην περίοδο του Αλή πασά. Ωστόσο, ο χαρακτήρας και η χρήση τους διαφέρουν σημαντικά. Έτσι, στο κέντρο του πρώτου υψομετρικού επιπέδου, δέσποζε το μεγαλοπρεπές σαράι του Αλή, στο οποίο ενσωματώθηκε πλήθος βοηθητικών χώρων και δευτερευόντων κτιρίων διαφόρων χρήσεων. Ανάμεσά τους, ξεχωριστή θέση κατέχει το Φετιχιέ τζαμί, το οποίο ανακαινίστηκε ριζικά από τον Αλή πασά για να χρησιμεύσει ως οικογενειακό του τέμενος. Δίπλα του, σώζεται και ο τάφος με το ακέφαλο σώμα του βεζύρη. Το δεύτερο υψομετρικό επίπεδο φιλοξενούσε, αποκλειστικά, στρατιωτικές εγκαταστάσεις και χώρους αποθήκευσης και στρατωνισμού. Γενικά, το σύνολο των κτηρίων της ακρόπολης συγκροτούσε μια επιβλητική εικόνα. Από τα συγκεκριμένα οικοδομήματα, σήμερα σώζονται αρκετά, άλλα σε επίπεδο θεμελίων όπως έχουν αποκαλυφθεί κατά τις τρεις τελευταίες δεκαετίες και άλλα αναστηλωμένα ή ολοκληρωτικά επισκευασμένα, τα οποία μάλιστα φιλοξενούν και χώρους της Εφορείας Αρχαιοτήτων που στεγάζεται στην ακρόπολη. Συμπερασματικά, τα υπάρχοντα αρχαιολογικά δεδομένα, σε συνδυασμό και με τις γραπτές μαρτυρίες, επαρκούν για να ανασυσταθεί η εικόνα του Ίτς Καλέ στα τέλη του 18ου αρχές 19ου αι.

                                                                                            

Για να μην χάνετε τις σημαντικότερες ειδήσεις, καθημερινά θα σας στέλνουμε στο email σας τις αναρτήσεις της ημέρας. Σας ευχαριστούμε που μας εμπιστεύεστε για την ενημέρωση σας!
Holler Box