Για την εκδήλωση στην Παραμυθιά με αφορμή το βιβλίο “Τσαμουριά”

Ανακοίνωση από τον δήμο Σουλίου

Με αφορμή τις εκδηλώσεις μνήμης και τιμής για την εκτέλεση των 49 Προκρίτων της Παραμυθιάς, πραγματοποιήθηκε εκδήλωση στο θέατρο Καρκαμίσι την Τρίτη 27 Σεπτεμβρίου έχοντας ως θέμα το πρόσφατο βιβλίο του Αθαν. Γκότοβου «Τσαμουριά».
Μίλησαν ο καθηγητής Παναγιώτης Παπακωνσταντίνου με θέμα: “Βιώματα, τεκμήρια και μνήμη” και ο καθηγητής Αθανάσιος Γκόντοβος με θέμα: “Ταυτότητες στην κατοχική Θεσπρωτία και ο ρόλος της μουσουλμανικής μειονότητας”, ενώ τη συζήτηση συντόνισε ο καθηγητής Παναγιώτης Τσαμάτος.
Την εκδήλωση τίμησαν με την παρουσία τους ο αντιπεριφερειαρχης Θεσπρωτιας Θωμάς Πιτουλης, ο πρώην υφυπουργός Αντώνης Μπέζας και η Πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου κα Στ. Μπραΐμη-Μπότση
Ό δήμαρχος Σουλίου Καραγιάννης Γιάννης ό πρόεδρος του δημοτικού συμβουλίου κ Αθανασίου Νίκος ο αντιδήμαρχος πολιτισμού κ Νταγκας Γεώργιος.ο διοικητής τού 628ΤΠ Αντ/ρχης Νικολόπουλος Κωνσταντίνος ο διοικητής τών πυροσβεστικών υπηρεσιών Θεσπρωτίας πυραρχος Κουρουσιας Απόστολος, δημοτικοί σύμβουλοι και εκπρόσωποι φορέων και συλλόγων.
Σύμφωνα με τον κ. Γκόντοβο, που έχει ασχοληθεί με το θέμα πολύ αναλυτικά, εμπεριστατωμένα και με μεγάλη σοβαρότητα και έχει αναδείξει μεθοδικά άγνωστες πτυχές του “η βία στη Θεσπρωτία κατά τη διάρκεια της Κατοχής, με φορείς μουσουλμάνους Τσάμηδες και αποδέκτες χριστιανούς Έλληνες ή το ίδιο το ελληνικό κράτος και το προσωπικό του, είναι πρωτοβουλιακή και όχι αντανακλαστική βία. Αποτελεί προϊόν μιας μακράς διαδικασίας η οποία ευνόησε την καλλιέργεια αντιστασιακού πνεύματος και αντιστασιακών πρακτικών όχι απέναντι στον φασισμό και τον ναζισμό, αλλά απέναντι στους ελληνικούς πολιτισμικούς και πολιτικούς κώδικες, με τη βοήθεια εξωτερικών παραγόντων και εσωτερικών δικτύων, φορέων του αλβανικού αλυτρωτισμού. Είναι βία απόσχισης, πολιτικής και πολιτισμικής, από το ελληνικό κράτος και το πολιτισμικό του καθεστώς. Γι’ αυτό και λειτούργησε κατά κάποιον τρόπο σαν πολιτική θρησκεία, καθαγιασμένη εκ μέρους του τοπικού θρησκευτικού παράγοντα, ενός ακραία συντηρητικού Ισλάμ, και στηριζόμενη από τη στρατιωτική μηχανή των κατοχικών δυνάμεων αλλά και από το φιλοναζιστικό αλβανικό κατοχικό καθεστώς της εποχής”.
Επισημαίνει ακόμη ότι “η de facto εξουσία των Τσάμηδων περιλαμβάνει πολιτική, στρατιωτική και αστυνομική παρουσία και εκδηλώνεται κάτω από το πέπλο της κατοχικής εξουσίας. Στρέφεται ευθέως κατά του ελληνικού κατοχικού κράτους σε πολλές από τις εκδηλώσεις του, μη αναγνωρίζοντας την ύπαρξή του και βλάπτοντας τα όργανά του, καθώς οι φορείς αυτής της βίας επιδιώκουν την de jure αντικατάσταση οποιασδήποτε ελληνικής δομής, κρατικής ή επαναστατικής, από μια «αλβανική» διοίκηση. Κυρίως όμως στρέφεται ευθέως εναντίον του χριστιανικού στοιχείου, η παρουσία και η συμπεριφορά του οποίου αποτελεί εμπόδιο στην υλοποίηση του αλυτρωτικού προγράμματος, δηλαδή στην προσάρτηση της Θεσπρωτίας στη Μεγάλη Αλβανία. Η πολιτική διοίκηση είναι τύποις ελληνική, υπαγόμενη στην κατοχική κυβέρνηση. Ο τρόμος που αρχίζει να εκδηλώνεται και να διαδίδεται στην περιοχή της Θεσπρωτίας διαλύει τις διοικητικές δομές και ανατρέπει την καθημερινότητα του χριστιανικού πληθυσμού, ήδη από τους πρώτους μήνες της Κατοχής, ενώ μέχρι την άνοιξη του 1944 θα οδηγήσει σε μια δραματική μείωση του χριστιανικού πληθυσμού, σε μια πρώιμη εθνοκάθαρση στη Θεσπρωτία”.
Να σημειωθεί πως ο ρόλος των “Τσάμηδων” στη Θεσπρωτία υπήρξε καταστροφικός κατά τη διάρκεια της Κατοχής και εξαιτίας τους πολλοί Χριστιανοί κάτοικοι της περιοχής έχασαν τη ζωή τους, ενώ καήκαν σπίτια, έγιναν λεηλασίες, βιασμοί κ.λπ.
Γι’ αυτό οι αξιώσεις, που εγείρουν οι απόγονοί τους στην Αλβανία όχι μόνο είναι ανιστόρητες και αστήρικτες, αλλά και αποτελούν πρόκληση.