Αφιέρωμα: Πάνος Λάκκας (1904-1984)

Του Μάριου Αναστασίου Μπίκα

Πάνος Λάκκας (1904-1984)

Ο Πάνος Λάκκας, γνωστός στα χωριά νότια της Παραμυθιάς, σύμφωνα με το Μητρώο αρρένων της Τ.Κ. Καριωτίου και τη Ληξιαρχική Πράξη θανάτου του, (βλέπ.π.κ.) γεννήθηκε  στο Πάνω Καριώτι το 1904. Γονείς του ήταν ο Θωμα – Λάκκας και η Μαρία. Όταν πέθανε ο πατέρας του και η μητέρα του παντρεύτηκε στο Προδρόμι,  έμεινε  στην οικογένεια του Γιώτη Γκάτζια (Καριώτι), του οποίου η σύζυγος Πανάγιω ήταν θεία του, αδερφή του πατέρα του. Εδώ ασκούσε το επάγγελμα του  τσοπάνου, φροντίζοντας τα γίδια του Σωτήρη Τάχια. Αργότερα, δεν είναι γνωστό το έτος, έμεινε ανάπηρος από  το ένα του πόδι. Και, σύμφωνα  με τις παρακάτω μαρτυρίες, η αναπηρία του αυτή προήλθε, πέφτοντας  από  γκορτσιά (άγρια αχλαδιά), ή επειδή πάτησε μεγάλο αγκάθι. Στη συνέχεια, αφού για πολλά χρόνια ( είκοσι πέντε (25) 😉 έζησε ως τσοπάνος στην Κοσμηρά των Ιωαννίνων, επέστρεψε στο Προδρόμι, όπου είχε τέσσερα (4) αλάδερφα. Δεν δημιούργησε οικογένεια. Απεβίωσε στο σπίτι του, στο Καμίνι – Ζερβοχωρίου όπου και βρέθηκε νεκρός από τους συγγενείς του.  Στο μνήμα του  αργότερα ετάφη και ο αλάδελφός του Γιωτη – Βαγγέλης ( Δήμου). 

(βλ.  Χρήστος Δ. Σιώζος, διδάκτωρ ιατρικής : « Το Προδρόμι Θεσπρωτίας », Ιωάννινα 2000, σελ 414, 2. ΒΑΓΓΕΛΗΣ του ΧΡΗΣΤΟ ΔΗΜΗΤΡΗ – ΔΗΜΟΣ και σελ.419. 2. Μίνης Ευάγγελος).

Προφορικές μαρτυρίες  :

–  Oυρανία  Χρήστου Βαρβέρη (Προδρόμι)

«  Ο πατέρας του Πανο – Λάκκα, που ζούσε στη Λάκκα Σούλι,   ήρθε για δουλειά στο Καριώτι.  Αργότερα ο Πατέρας του πέθανε.  Η μάνα  του χήρα, παντρεύτηκε στο Προδρόμι το Βαγγέλη Χρήστο (Δήμου) και μαζί απέκτησαν το Γιώτη Βαγγέλη, τη Φωτο – Χαραλαμπαίσια, τη Γκέλη – Πάναινα και τη γυναίκα  του  Λίγια Σπύρου (Γεωργίου). Στη συνέχεια ο Πάνο Λάκκας αφού έζησε σε συγγενείς  του στο Καριώτι, αργότερα ήρθε στο Προδρόμι, όπου για χρόνια φύλαγε τα πρόβατα του Κώτσιο Νικόλα (Γεωργίου). Στη συνέχεια πήρε κλήρο στο Καμίνι, όπου έφτιαξε ένα μικρό σπίτι, μέσα στο οποίο και απεβίωσε. Νεκρό στο σπίτι αυτό  τον βρήκε ο Γιώτης Βαγγέλης. 

Ετάφη στο νεκροταφείο του Προδρομίου (Παναγία). Στην επιτύμβια πλάκα αναγράφεται :  « Πάνος Λάκκας. Γεννηθείς το 1904. Απεβίωσε στις 15.2.1984  ».

–  Γκάτζια Ευτραπία – Σμόνια,  (Καριώτι)

« Ο Πάνος Λάκκας ήταν γιος του Θωμά Λάκκα, αδερφού της Πανάγιως, γυναίκας του Γιώτη Γκάτζια. Ζούσε με τη γιαγιά του στο Πάνω Καριώτι. Για να τους βοηθήσει, πήγε εκεί κι ο Γιώτης Γκάτζιας μαζί με τη γυναίκα του, που ζούσαν στη Βέλλιανη. 

Ο Πανο – Λάκκας ήταν νοικοκύρης. Στο Καριώτι φύλαγε τα πρόβατα του Σωτήρη Τάχια.  Ενώ ακόμα ζούσε ο Γιώτης Γκά-τζιας, πήγε για χρόνια τσοπάνος στην Κοσμηρά των Ιωαννίνων. ΄Υστερα επέστρεψε  στο Προδρόμι, όπου είχε δυο αλάδερφες. Η μια από αυτές ήταν η γυναίκα του Φώτο Χαράλαμπου (Αναστα-σίου), πατέρα του Χαράλαμπου (Μπάμπη) Αναστασίου και της Ρούσιως, συζ. του Γληγόρη Μπίκα (Βέλλιανη). Στο Προδρόμι φύλαγε  πρόβατα. Μια μέρα, ενώ  ανέβηκε σε μια γκορτσιά για να φάει γκόρτσα, έπεσε και το ένα του πόδι γύρισε ανάποδα. Επειδή τότε δεν υπήρχαν γιατροί, έμεινε ανάπηρος, περπατώντας με  πατερίτσες ».

–  Παρασκευή Στρατή, σύζυγος του Χαράλαμπου Αναστασίου (Προδρόμι)

« Η πεθερά μου, η Κωνστάντω, δηλαδή η τρίτη  γυναίκα του Φώτο Χαράλαμπου (Αναστασίου) είχε αδέρφια το Γιώτη Βαγγέλη (Δήμου), τη Γκέλη Πάναινα ( φωτεινή), σύζυγο του Γκέλη Μίνη  και τη Γκέλω,  μάνα του Γάκη Λίγια (Γεωργίου). ΄Ολοι αυτοί είχαν  τον Πάνο Λάκκα αλάδερφο από τη μάνα τους. Επίσης είχαν και στενούς συγγενείς στο Καριώτι ». 

–    Γιάννης Γεωργίου Σταύρου, συνταξιούχος μαθηματικός (Καριώτι) 

« Ο Πάνο Λάκκας ζούσε στο Πάνω Καριώτι. Εκεί, όπως είχα ακούσει, του μπήκε μια μουρτζιά (αγκάθι) στην πατούσα, έπαθε μόλυνση και στη συνέχεια έμεινε ανάπηρος από το ένα του πόδι.  

                                   Ο Καριωτίτης Γιωργο – Τάχιας 
(1)  Φωτογραφία . Αρχείο Κων. Γεωργίου Τάχια (γιου του)

Ο Γιωργο – Τάχιας είχε ένα κτήμα στο Kάτω Καριώτι και στην τοποθεσία Παλιοκκλήσι. Επειδή ήθελε να  το οριοθετήσει, μετέβη στην Τοπογραφική Υπηρεσία των Ιωαννίνων. Εκεί, αφού τού είπαν ότι μετά από τέσσερα χρόνια θα πάρει σειρά για να του οριοθετήσουν το χωράφι,  υπέβαλε αίτηση, την οποία η γραμματέας μετέφερε αμέσως στο Διευθυντή. Και ο Διευθυντής, βλέποντας ότι ο Γιώργο – Τάχιας κατάγεται από το Καριώτι της Παραμυθιάς, τον φώναξε στο γραφείο του και τον  ρώτησε :  

–     Μήπως γνωρίζεις τον Πανο – Λάκκα; 

–    Και βέβαια τον γνωρίζω, χωριανός μου είναι, του απάντησε ο Γιώργος. 

–   Τον Πανο – Λάκκα ο πατέρας μου  τον είχε στην Κοσμηρά τσοπάνο. Μας φύλαγε τα πρόβατα. Εγώ, αν σήμερα είμαι Διευθυντής της Τοπογραφικής Υπηρεσίας των Ιωαννίνων, το χρωστάω σ’ αυτόν. Γιατί, κάθε βράδυ που ερχόταν στις καλύβες μας, με διάβαζε. Για το λόγο αυτόν, πάρε πεντακόσιες (500) δραχμές. Και, όταν τις δώσεις, πες του ότι είναι από μένα, τον …..  Και για το κτήμα σου, μείνε ήσυχος. Τώρα παίρνω τηλέφωνο και αύριο θα έρθουν να στο οριοθετήσουν.

6 Αυγούστου 1952.  Γιορτή της Αγίας Σωτήρος. Πανηγύρι στο Καριώτι.Καριωτίτες παρέα με το Διοικητή και αξιωματικούς των ΤΕΑ.
Από τα αριστερά (πρώτη σειρά) διακρίνονται : ο Γεώργιος Τάχιας,  πρώτος από τους καθισμένους.  Μετά τους δύο αξιωματικούς, ο Γιωτη – Σιώχος,  ο Διοικητής των ΤΕΑ, ο Κοντός ….. και ο ιερέας του Καριωτιού Παπα – Γάκης (Σιώχος).  
Φωτογραφία : Αρχείο Κωνσταντίνου Γεωργίου Τάχια. 

Κι ο Γιωργο – Τάχιας; Ο Γιωργο – Τάχιας έμεινε άναυδος. Δεν μπορούσε να φανταστεί πώς χάριν της γνωριμίας του με τον ανάπηρο τσοπάνο Πανο – Λάκκα, θα πετύχαινε το σκοπό του και μάλιστα σε χρόνο μηδέν. Και όχι μετά από τέσσερα χρόνια, όπως του είχαν πει  στο Καριώτι και στο γραφείο της Τοπογραφικής Υπηρεσίας των Ιωαννίνων. Γι’ αυτό, όταν γύρισε στο Καριώτι, αφού συνάντησε τον Πάνο – Λάκκα και του έδωσε τις πεντακόσιες (500) δραχμές,  τον ευχαρίστησε που για χάρη του έτυχε τέτοιας μεταχείρισης από το Διευθυντή της Τοπογραφικής Υπηρεσίας των Ιωαννίνων. 

΄Ετσι είναι. Πολλές φορές, σε πολλούς συμβαίνει αυτό,  ευεργετουνται και από κάποιον που θεωρούν κατώτερό τους. Στην περίπτωση αυτή ταιριάζουν πολλοί μύθοι του Αισώπου, όπως για παράδειγμα  « Το άγριο περιστέρι και το μερμήγκι » ».  

Πηγή :  Αριστοτέλης Κωνσταντίνου Μπίκας, πρώην Γραμματέας Βέλλιανης, Καριωτίου,  Δήμου Σουλίου κ.ά. Τ.Κ. 

–   Νέστορας Γεωργίου του Ευαγγέλου, συνταξιούχος δάσκαλος

«  Ο Πανο – Λάκκας φώναζε τη μάνα μου νύφη, επειδή είχε αλάδερφη τη συνυφάδα της, δηλαδή την πρώτη γυναίκα του Λίγια Σπύρου (Γεωργίου). Ερχότανε τακτικά στο σπίτι μας και η μάνα όχι μόνο του έπλυνε τα ρούχα, αλλά και πολλές φορές του μαγείρευε και φαγητά της αρεσκείας του. Κάθε όμως Παρασκευή βράδυ η επίσκεψή του είχε άλλο σκοπό. Είχε σκοπό να παραγγείλει την πνευματική του τροφή. Γι’ αυτό, προτού πάω για ύπνο, με καλούσε κοντά του και μού έλεγε : 

–  Νέστορα, πάρε μια δραχμή και αύριο το μεσημέρι να μού αγοράσεις την Ακρόπολη. Θέλω να διαβάσω τα νέα. 

–   Μπάρμπα Πάνο, του απαντούσα,  μείνε ήσυχος. Αύριο το απόγευμα, που θα γυρίσω από το Γυμνάσιο, θα την έχεις. 

Κι ο Μπάρμπα Πάνος, που δεν γνώριζε μόνο να διαβάζει, αλλά  και να κάνει με ακρίβεια και καθημερινούς λογαριασμούς, αφού διάβαζε την Ακρόπολη, έλεγε τα νέα της και  σε άλλους τσοπάνηδες της περιοχής.  ΄Ηταν δηλαδή την εποχή εκείνη η πηγή της γνώσης ».  

Γραπτές μαρτυρίες 

–    Βασίλειος Ευ. Κούρτης υπάλληλος στο Δήμο Σουλίου 

«  Σύμφωνα :  

α. Με το Μητρώον Αρρένων της Τ.Κ. Καριωτίου, αριθμ. 4, ο Παναγιώτης Λάκκας (Λάκκος είναι γραμμένος) ήταν γιος του Θωμά και γεννήθηκε στο Καριώτι το 1904. 

β.  Με τη Ληξιαρχική Πράξη αριθμ. 5, ο Παναγιώτης Λάκκας,  γιος του Θωμά και της Μαρίας, γεννήθηκε το 1904 στο Καριώτι και απεβίωσε στο Ζερβοχώρι στις 15.02.1984.

–  Θεόδωρου Γεωργίου Γόγολου : «  Σαρακατσάνικα και άλλα – Ανάλεκτα Σαρακατσαναίων », της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρα-κατσαναίων Ηπείρου, 2018, σελ. 52 -54

Ο Θεοδωρος Γ. Γόγολος γεννήθηκε στον Ξηρόλοφο του Δήμου Σουλίου. Αποφοίτησε από το Δημοτικό σχολείο του Καρβουναρίου, το ιστορικό Γυμνάσιο της Παραμυθιάς και την Φιλοσοφική Σχολή των Ιωαννίνων. Υπηρέτησε στη Μέση Εκπαίδευση και συγκεκριμένα : 

Στο Ναυτικό Λύκειο της Ιθάκης, το Α΄. Γυμνάσιο Περάματος, Α΄. Λύκειο Ν. Ηρακλείου Αττικής και Γ. Λύκειο Αμαρουσίου.  

΄Αρθρα του δημοσιεύτηκαν στα φιλολογικά και λογοτεχνικά περιοδικά : Φιλολογική, Νέα Παιδεία, Εκπαιδευτικά, Πλανόδιον, Θέματα Λογοτεχνίας, Φιλολογική Πρωτοχρονιά κ.ά.  

Το 2018 εξέδωσε το βιβλίο « Σαρακατσάνικα και άλλα – Ανάλεκτα Σαρακατσαναίων », της Αδελφότητας των εν Αθήναις Σαρακατσαναίων Ηπείρου

Ο συγγραφέας, λογοτέχνης και φιλόλογος Θεόδωρος Γεωργίου Γόγολος μαζί με την πρόεδρο της Σχολικής Επιτροπής Αμαρουσίου  κ  Ε. Βλάχου – Σταματάκη (αριστερά) και τη σύζυγό  του Μαρία … 
(3) Φωτογραφία :  Αρχείο Γόγολου Θεόδωρου 

                               « Μαυρομαντίλω

   Αλαφροΐσκιωτος μια ζωή. Όχι ποιητής που λένε και τέτοια ηχηρά παρόμοια. Αλαφροΐσκιωτος, ήγουν ξωπαρμένος. 

  Από μικρός μπέρδευα τα αναγνώσματά μου με τη γύρω μου πραγματικότητα. Από τα πρώτα διηγήματα του Παπαδιαμάντη, που διάβασα σε μια παλιά ανθολογία, ήταν η Μαυρομαντηλού. Εννοείται καταλλήλως διασκευασμένο, για να παρακάμπτονται οι δυσκολίες της γλώσσας του και να χάνεται φεύ! και η απαράμιλλη γοητεία του. Θυμάμαι που κάκιζα τον κυρ – Αλέξανδρο, γιατί δεν έγραφε για τη δική μου τη Μαυρομαντίλω. Η δική του ηρωίδα ήταν “ ένας σκόπελος παρά την δυτικήν εσχατιάν του ωραίου τριπλού λιμένος της παραθαλασσίου κώμης ”. Εκεί στο νησί του. Είχε, λέει, “ μέλαιναν αιχμήν υπό υγράς λευκής παρυφής περίρρυτον ”. Τα βρίσκαμε, ωστόσο, στα γραΐδια τα λαδικά. Τις δικές του πονεμένες και θεοσεβούμενες γριές, που ανάβανε τα καντήλια στα παρε-κκλήσια της μικράς νήσου, τις μπέρδευα με τις δικές μας εκεί στα βλαχοκόνακα της Γκιούρμεζας. Τη γιαγιά μου τη Βασιλική με την αιώνια ρόκα της, τη θειά την Κώσταινα, που ήταν η μαμή της στάνης και είχε αφαλοκόψει τα περισσότερα παιδιά της σειράς μου κι άλλα μικρότερα, τη γιαγιά τη Σπύραινα. Η τελευταία στα νιάτα της είχε πάθει νεκροφάνεια και την είχαν έτοιμη για χώσιμο. Ξύπνησε, όμως, την τελευταία στιγμή μέσα στα αναφιλητά και τα μοιρολόγια των δικών της και επέζησε και έκαμε παιδιά και είδε εγγόνια και δισέγγονα. Και όλο μολογούσε σαν το Λάζαρο τι είδε εκεί στον άλλο κόσμο. Λιβάδια πολύχρωμα, λουγιαστά, όπως έλεγε, δέντρα καρποφόρα, πουλιά, ίσκιους πολλούς κι ανθρώπους ήσυχους. Κάπως έτσι ήταν ο παράδεισός της. Κι ετούτες, όπως οι ευλαβείς γραίες του κυρ – Αλέξανδρου, συγύριζαν το μικρό εκκλησάκι της Ζωοδόχου Πηγής, που βρισκόταν απέναντι στη στάνη και άναβαν τα καντήλια του. 

    Η γιαγιά η Σπύραινα έλεγε πως τούτο το εκκλησάκι ήταν θαυ-ματουργό και, όταν ήμασταν ανήμπορα, μας έπαιρναν οι μανάδες μας και κοιμόμασταν μέσα στο εσωτερικό του κάτω από τα αυστηρά βλέμματα των Αγίων. Και τώρα ακόμα, τόσα χρόνια δάσκαλος, όταν διδάσκω “Το αμάρτημα της μητρός μου” του Γεωργίου Βιζυηνού και, υποτίθεται, προσπαθώ να προετοιμάσω τους μαθητές μου για τις πανελλαδικές τους εξετάσεις, αποξε-χνιέμαι, όταν φτάνω στα νυχτέρια της Ανιώς, του μικρού Γιωργή και της μητέρας τους μέσα στην εκκλησιά. Διότι είμαι βέβαιος ότι “ο Γιωργής ήμην εγώ”. Και όλο ζωντανεύει εκείνο το παλιό όνειρο που το ’βλεπα μικρός και το βλέπω και τώρα συχνά πυκνά: τον αρχάγγελο Μιχαήλ να ξεκόβει από το αριστερό άκρο της Ωραίας Πύλης με βλέμμα σοβαρό και βήμα αποφασιστικό και να ’ρχεται καταπάνω μου με σηκωμένη τη ρομφαία του και ξυπνώ κάθιδρως την ύστατη στιγμή. Του τη φέρνω κανονικά δηλαδή. Ως πότε όμως; 

      Η διαφορά μου με τον μεγάλο Σκιαθίτη στο θέμα της Μαυρο-μαντηλούς παρέμενε αγεφύρωτη. Η δική μου η Μαυρομαντίλω ήταν βρύση εκεί στο τέρμα του προδρομίτικου κάμπου, στην άκρη του Κωκυτού ποταμού. Ετούτο το ποτάμι, παραπόταμος του Αχέροντα, λένε πως σχηματίστηκε από τα δάκρυα των συγγενών και φίλων για τους πεθαμένους τους. Κωκύω στα αρχαία σημαίνει θρηνώ. Τώρα, τα καλοκαίρια με τα πολλά τα κάματα, το ποτάμι στερεύει. Είναι αμφίβολο, όμως, αν στερέψουν ποτέ και τα δάκρυα των ζωντανών για τους αποθαμένους. Όπως δεν στερεύει και η Μαυρομαντίλω. Το νερό της έρχεται ψηλά από τα βουνά του Σουλίου να ξεδιψά τους στρατοκόπους, τους θεριστάδες του κάμπου και τους ποιμένες, που κατεβαίνουν από τα γύρω βουνά. Εδώ κατέβαιναν από τη Γκιούρμεζα κορίτσια και νυφάδες φορτωμένες τις βαρέλες τους να πιουν και να γεμίσουν.

               Σαρακατσάνα ροβολάει και πάει για να γεμίσει. 

       Δίπλα στη βρύση ήταν μια συκιά με κάτι μικρά σκούρα σύκα όλο μέλι. Κάθε βρύση, άξια της φήμης της, όπως είναι φυσικό, έχει και το δράκο της. Σαν εκείνον που σκότωσε έφιππος ο ΑΪ Γιώργης και ελευθέρωσε την αρχοντοπούλα κι εκείνη κοίταζε τον όμορφο άγιο με ένα βλέμμα γεμάτο ευγνωμοσύνη και με μια υπολανθά-νουσα ερωτική διάθεση. Ακόμη, απορώ, καθώς βλέπω την εικόνα του, γιατί δεν κοντολυγίζει τ’ άλογο να την πάρει στα καπούλια του και να φύγει μέσα στο χρυσάφι του δειλινού. Ο δράκος της δικής μου βρύσης ήταν ο Πάνος. Ένας άντρας θεριό. Σημαδιακός κι αταίριαστος από τη φύση του. Με το ’να πόδι λιανό και τ’ άλλο κούτσουρο, χωρίς πατούσα. Ένα πράμα φασκιωμένο που, όταν περπατούσε, σειόνταν η γη κι ο κόσμος. Γκαπ γκουπ, γκαπ γκουπ… Είχε την καλύβα του και τα λιγοστά πρόβατά του εκεί κοντά στη βρύση. 

       Ένα μεσημέρι του Αυγούστου του 195….πήγα όλο προφυ-λάξεις να φάω σύκα και να πιω νερό, όταν άκουσα το γνωστό ήχο: γκαπ γκουπ, γκαπ γκουπ…..Πήδησα στο άψε σβήσε και χάθηκα μέσα στα πλατάνια και στις κλαίουσες ιτιές του ποταμού. Είχα, όμως, τη νοσηρή περιέργεια να τον δω από κοντά. Σύρθηκα σιγά σιγά και κρύφτηκα πίσω από τη βρύση. Τον είδα να κάθεται στο πεζούλι της με το ‘να πόδι, το σακάτικο, τεντωμένο. Έκλαιγε σιγανά κι απαρηγόρητα. Μάλλον είχε αντιληφτεί την παρουσία μου, γιατί, ύστερα από ώρα, όταν κίνησε να φύγει, έστρεψε ένα βλέμμα που σήκωνε όλο το παράπονο του κόσμου προς τη μεριά που ήμουν κρυμμένος. Αυτό το βλέμμα εφόνευσε για πάντα όλους τους παιδικούς μου δράκους. 

     Ποτέ, ωστόσο, δεν κατάλαβα γιατί ετούτη τη βρύση τη βάφτισαν Μαυρομαντίλω. Μια πρόχειρη εξήγηση που έδινα τότε, ότι τάχα τη βάφτισαν έτσι γιατί τα απογεύματα γέμιζε ο τόπος από τα μαύρα μαντίλια των γυναικών, που πήγαιναν να πάρουν νερό, δεν με ικανοποιούσε.Του Παπαδιαμάντη η πέτρα, είπαμε, είχε μαύρη κορυφή κι ολόλευκο από τους αφρούς των κυμάτων σώμα. “Και υπήρξε  (Λέγεται. Τις όμως το πιστεύει;) ποτέ γυνή και μήτηρ”, που είχε εφτά παιδιά ναυτικούς (ναυβάτας για την ακρίβεια) και της τα πήρε η θάλασσα η πικροκυματούσα. Τώρα, που το καλοσκέφτομαι, γιατί να μην είναι και η δική μου η Μαυρομαντίλω γυναίκα που ήρθε, λέει, να κλάψει κοντά στο νεκρικό ποτάμι τα πεθαμένα της. Τράβηξε χαμηλά την μαύρην ομπόλια της, όπως κάνανε οι παλιές μοιρολογίστρες, κι αποξεχάστηκε εκεί να θρηνολογεί με τις ώρες. 

    “Λες κι έχουν τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου”. 

Και τη λυπήθηκε κάποιο αγαθό πνεύμα και την έκαμε βρύση και το δάκρυ της νερό να ξεδιψούν οι στρατοκόποι, οι θεριστάδες του κάμπου και οι ποιμένες των γύρω βουνών. 

    Τα ίδια Παντελάκη μου,τα ίδια Παντελή μου. Αλαφροΐσκιωτος σας λέω μια ζωή, ήγουν ξωπαρμένος. 

Σημειώσεις. 1. Γκιούρμεζα: πρόχειρος οικισμός (στάνη) στην περιοχή Ξηρολόφου της Θεσπρωτίας, που σχηματίστηκε μετά το 1945 από συγγενικές σαρακατσάνικες οικογένειες (Γογολαίοι, Κατραίοι, Μαρκαίοι (Τσουμαναίοι), Ταγκαίοι) που ήρθαν, οι περισσότερες από τη Λάμαρη της Πρέβεζας. 

2. Στίχος από το ποίημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου, «Ρούμελη». 

3. Στίχος από «Το μοιρολόι της φώκιας» του Α. Παπαδιαμάντη. 

«Σαρακατσάνικα χαιρετήματα», φ.18, 2005 »

Για να μην χάνετε τις σημαντικότερες ειδήσεις, καθημερινά θα σας στέλνουμε στο email σας τις αναρτήσεις της ημέρας. Σας ευχαριστούμε που μας εμπιστεύεστε για την ενημέρωση σας!
Holler Box
Αρέσει σε %d bloggers: