Άρθρο της Άννας Στεργίου για την υπόθεση του βιασμού της 12χρονης

Μπορεί το ελληνικό κράτος να προστατέψει τα παιδιά του; 

Της Άννας Στεργίου*

Η υπόθεση της δωδεκάχρονης κοπέλας, που εκδιδόταν σε γνωστούς και μη εξαιρετέους, είναι δύσοσμη κι αποκαλύπτει ότι ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας είναι σάπιο από την κορυφή ως τα νύχια. Τα ονόματα, που ακούγονται, αν αληθεύουν, δημιουργούν την εικόνα μίας κοινωνίας βαριά άρρωστης. Βεβαίως, η Ελλάδα δεν είναι η μόνη. Το Βέλγιο συγκλονίστηκε από την υπόθεση Ντιτρού, η Ολλανδία είδε τα πάντα να γκρεμίζονται στην μεγάλη υπόθεση διαδικτυακής πορνογραφίας. Το εμπόριο σάρκας παιδιών είναι μία μαύρη επιχείρηση με κέρδη υπολογισμένα στην ΕΕ γύρω στα 3 δις ευρώ.

Συχνά η κακοποίηση ξεκινά από την οικογένεια ή από την απουσία της, όπως συνέβη και στην περίπτωση της 14άχρονης με τον Αιγύπτιο πατέρα της. Πρόσωπα συγγενικά ή υπεράνω υποψίας δύσκολα καταγγέλλονται. Ο φόβος υπερισχύει. Πολύ περισσότερο, όταν το οικογενειακό περιβάλλον καλύπτει για δικούς του λόγους, αυτές τις συμπεριφορές. Δυστυχώς, η δικαστική εξέλιξη της υπόθεσης Λιγνάδη ήταν ένα χτύπημα κάτω από τη ζώνη για οποιοδήποτε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης. 

Υβριδικό έγκλημα 

Το έγκλημα κατά της δωδεκάχρονης στα Σεπόλια είναι υβριδικό δηλαδή εξελίσσεται ταυτόχρονα σε δυο κόσμους, στον πραγματικό και τον ψηφιακό. Το θέμα της εμπορίας ανθρώπων αποτελεί προτεραιότητα για την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, από την Ε.Ε. την περίοδο 2022-25. Σε ψηφιακό επίπεδο, το ψάρεμα πελατών εξελίσσεται συχνά στο σκοτεινό διαδίκτυο, το λεγόμενο “dark web”. Το πρώτο λοιπόν συμπέρασμα είναι πως η δωδεκάχρονη βιώνει διπλή θυματοποίηση στον πραγματικό και τον εικονικό κόσμο. Κι αν αποδειχτεί πως κι η μητέρα της συμμετείχε, το κοριτσάκι αυτό βιώνει ακόμη βαρύτερο ψυχικό τραύμα.

Η Ελλάδα τι ακριβώς κάνει; 

Η υπόθεση της δωδεκάχρονης μας υπενθυμίζει την ολέθρια κι εγκληματική αδυναμία του κράτους να προστατέψει αποτελεσματικά τα παιδιά. Χιλιάδες οικογένειες είναι ακατάλληλες για να μεγαλώσουν ένα παιδί. Το είδαμε στην υπόθεση της μικρής Άννυ, που βρήκε τον πιο σκληρό θάνατο απ΄τα χέρια του πατέρα της.  

Οι δυσλειτουργικές οικογένειες δεν αφορούν μόνο γυναίκες ή άντρες, που δέρνουν τα παιδιά τους, έχουν εξαρτήσεις κ.ά. Υπάρχουν δυσλειτουργικές οικογένειες, που φαίνονται απέξω εντελώς φυσιολογικές. Όταν κλείνει όμως η πόρτα μπορεί να πιέζουν αφόρητα τα παιδιά, να κάνουν προβολές επάνω τους, να έχουν χάσμα στην επικοινωνία, να τ’ απομονώνουν από φίλους, παρέες, να τα τρομάζουν κ.ά. 

Σε κλειστές κοινωνίες, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, γιατί δυσκολεύεται ο περίγυρος να μιλήσει. Φοβούνται πως θα μπλέξουν με το συγγενικό ή το επαγγελματικό περιβάλλον ενώ στην πόλη βασιλεύουν τα κυκλώματα. Ο φόβος κλείνει στόματα με το γνωστό «εσύ μην ανακατεύεσαι». Κι είναι λογικό γιατί η δικαιοσύνη στην Ελλάδα αργεί να πάρει μπροστά. 

Η λογική της αγοράς αποδυναμώνει τον ρόλο των κοινωνικών επιστημών

Στη λογική της αγοράς και του ανταγωνισμού, δυστυχώς, οι κοινωνικές επιστήμες θεωρούνται αχρείαστες, ανούσιες κι εξοβελιστέες, ακόμη κι από το υπουργείο Παιδείας. Τ’ αποτελέσματα της ολέθριας πολιτικής της κ. Νίκης Κεραμέως τα βιώνουμε. Όμως, οι αρχαίοι Έλληνες τα είχαν πει όλα: «Το προλαμβάνειν κρείττον εστί του θεραπεύειν».

Αντίθετα, η δημιουργία ενός ξεχωριστού κι ενιαίου υπουργείου Οικογένειας, που είχε προτείνει κατά το παρελθόν, ο πρώην αναπληρωτής υπουργός Μάξιμος Χαρακόπουλος, θα ήταν μία λύση. Αυτή η πρόταση θα μπορούσε να εφαρμοστεί διαφορετικά απ΄ό,τι σήμερα, όπου μια γραμματεία χωρίς προσωπικό και πόρους για λόγους καθαρά ψηφοθηρικούς, μετατράπηκε σε υφυπουργείο Οικογένειας. 

Το υπουργείο Οικογένειας θα μπορούσε να έχει συνοχή κι αποτελεσματικότητα, εφόσον συνένωνε δομές για κακοποιημένα παιδιά και γυναίκες, κλινικές στα νοσοκομεία Παίδων κι αρμόδιες υπηρεσίες των υπουργείων Εργασίας, Παιδείας και Δικαιοσύνης ώστε να δίνονται πιο γρήγορες κι αποτελεσματικές λύσεις, σε συνεργασία με τους δήμους και τις Περιφέρειες αλλά και τους αρμόδιους εισαγγελείς. 

Η δομή της ελληνικής οικογένειας έχει αλλάξει

Η δομή της σημερινής οικογένειας έχει αλλάξει αλλά το νομοθετικό πλαίσιο είναι απαρχαιωμένο. Η νομοθέτηση για τη συνεπιμέλεια πατεράδων επί Τσιάρα δημιούργησε πολλά περισσότερα προβλήματα απ΄ όσα έλυσε. 

Οι αλλαγές στην ελληνική οικογένεια είναι ραγδαίες. Μία στις πέντε οικογένειες στην Ελλάδα είναι μονογονεϊκή. Υπάρχουν οικογένειες, που προέρχονται από παρένθετες μητέρες. Έχουμε διπλούς και τριπλούς γάμους και παιδιά από διαφορετικές οικογένειες να συνυπάρχουν. Έχουμε οικογένειες μεταναστών, που προέρχονται από χώρες με διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις για το παιδί. Η πανδημία πήγε πίσω όλα τα προγράμματα για τα παιδιά των Ρομά. Όμως, το σχολείο πρέπει να προετοιμάζει για να μην περιθωριοποιούνται τα παιδιά οποιουδήποτε τύπου οικογένειας.      

Τα ψυχικά ή σωματικά τραύματα, που μπορεί να προκαλέσει μία οικογένεια, που είναι δυσλειτουργική ή προβληματική στο παιδί, έχουν μεγάλο εύρος. Παρόλα αυτά υπάρχουν κι οικογένειες, που αν έπαιρναν οικονομική ανάσα κι είχαν καθοδήγηση από ειδικούς, θα μπορούσαν να λειτουργήσουν καλύτερα. Υπάρχουν ΜΚΟ, όπως ο Ερυθρός Σταυρός, το Χαμόγελο του Παιδιού,  το Κέντρο Στήριξης Οικογένειας της Αρχιεπισκοπής κ.ά., που συνεισφέρουν.

Η κύρια ευθύνη όμως πρέπει ν΄ ανήκει στο επίσημο κράτος. Αυτό πρέπει να εντάξει ειδικότητες, κοινωνικών επιστημόνων, που είναι σχετικές με την έννοια της οικογένειας. Αυτή η διαδικασία θα πρέπει αν γίνει χωρίς νέα πασαλείμματα, με προσωπικό κι όχι με αποσπασματικές δομές ή δομές που αναζητούν απεγνωσμένα χρηματοδότηση από ιδιώτες, για να μπορέσουν να λειτουργήσουν. Αν υπήρχε ένας οργανωμένος διάδρομος, με κομβικές διασυνδέσεις υπηρεσιών και διεπιστημονικές ομάδες σε κάθε δήμο και σχολική δομή, τότε και πολλές γυναικοκτονίες ή αυτοκτονίες παιδιών, όπως του δωδεκάχρονου ενδεχομένως να είχαν αποφευχθεί. 

Κράτος Προνοίας: πολυδιασπασμένο και προβληματικό

Υπάρχουν γονείς, που έχουν εξαρτήσεις ή ζητήματα με τη δικαιοσύνη κι ο κρατικός μηχανισμός σ΄ αυτές τις οικογένειες είναι ανύπαρκτος. Δυστυχώς, τα δυο υφυπουργεία Πρόνοιας κι Οικογένειας ως κομμάτι του υπουργείου Εργασίας λειτουργούν αποσπασματικά και αναποτελεσματικά. 

Σε μια προσπάθεια δήθεν εξομάλυνσης το υπουργείο Παιδείας υιοθετώντας την πρόταση ΣΥΡΙΖΑ πήρε ψυχολόγους στα σχολεία, οι οποίοι ρωτούν όμως, αν χρειάζονται τα παιδιά κάποια βοήθεια. Μα, δεν πρέπει να έχουν λόγο καν οι γονείς για να εξεταστούν τα παιδιά τους. Το παιδί, που μπορεί να έχει το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν θα πάει, ενώ, αν πάνε μεμονωμένα παιδιά, κινδυνεύουν με στιγματισμό. Για πολλούς και διαφορετικούς λόγους θα πρέπει να εξετάζονται όλα.

Ψυχολόγοι, κοινωνιολόγοι, νομικοί, κοινωνικοί λειτουργοί, παιδαγωγοί, γιατροί, ψηφιακοί αναλυτές θα μπορούσαν να κάνουν θαύματα, αν άλλαζε το απαρχαιωμένο και παρωχημένο νομικό πλαίσιο και λειτουργούσαν υπό την ομπρέλα ενός ενιαίου υπουργείου Οικογένειας, το οποίο θα συνεργαζόταν με δομές και με διεπιστημονικές ομάδες προσέγγισης στο πλαίσιο των σχολείων, των δομών στήριξης και των φυλακών ανηλίκων σε συνεργασία και με τις ανθρωπιστικές σχολές στα Πανεπιστήμια.  

Προβλήματα κι ελληνικό δημόσιο σχολείο

Το ελληνικό δημόσιο σχολείο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των εκπαιδευτικών, χειμάζεται από σχολικό εκφοβισμό, από συμμορίες ανηλίκων, από προβλήματα ένταξης μεταναστών, από κοινωνικό ρατσισμό απέναντι σε άτομα με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, δυσμορφίες, αναπηρίες, προσπερνά την εξάρτηση των παιδιών απ’ τον υπολογιστή κ.ά. Η αναδιοργάνωση των κοινωνικών υπηρεσιών στο πλαίσιο των δήμων, της Περιφέρειας, των σχολικών δομών και των ιδρυμάτων, με διεπιστημονικές ομάδες και σχολές κοινωνικών επιστημών και παιδαγωγών είναι αδήριτη ανάγκη. 

Η υπόθεση της δωδεκάχρονης θα φτάσει στη δικαιοσύνη κι όλοι αναρωτιούνται, αν πρόσωπα υπεράνω υποψίας, θα βρεθούν τελικά στο εδώλιο μετά το περίφημο στικάκι. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα είναι τι έκανε η πολιτεία για να προστατέψει αυτό το πλάσμα. Και βεβαίως τι θα κάνει η πολιτεία κι η δικαιοσύνη, για να ξηλωθεί αυτό το θλιβερό κι απάνθρωπο κουβάρι.

Σε κάθε οργανωμένο ευρωπαϊκό κράτος η Αστυνομία έχει τον τελευταίο λόγο. Στην Ελλάδα δυστυχώς έχει τον πρώτο και τον τελευταίο διότι οι υπόλοιπες δομές έχουν μεγάλα προβλήματα, έλλειψη πόρων, αδυναμίες στις διασυνδέσεις μεταξύ τους. Τελικά, ενώ η δωδεκάχρονη έχει γίνει σωματικά και ψυχικά ράκος είναι η εύκολη λύση να πετάξουμε το ανάθεμα στον εκάστοτε θύτη ή στους θύτες των αποτρόπαιων πράξεων. Όμως, το μείζον ζήτημα είναι πως θα μπει ο θεμέλιος λίθος για την αποτελεσματική προστασία των παιδιών μας, αντί να σοκαριζόμαστε κάθε φορά με την κοινωνική σήψη στον τοίχο μας στο facebook…

*Η Άννα Στεργίου είναι κοινωνιολόγος, κοινοβουλευτική συντάκτρια και συγγραφέας